Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Ελληνική Σημαία

Εκτύπωση


Η ση­μαί­α α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­να κομ­μά­τι υ­φά­σματος, (πα­λαιό­τε­ρα α­πό βαμ­βά­κι, λι­νό ή με­τά­ξι, σή­με­ρα α­πό νά­ι­λον ή πο­λυέ­στερ) το ο­ποί­ο α­πει­κο­νί­ζει κά­ποιο σχή­μα ή έμ­βλη­μα, μιας και οι ση­μαί­ες, κα­τά γενι­κή ο­μο­λο­γί­α, έ­χουν συμ­βο­λι­κή ση­μα­σί­α. Με ε­λά­χι­στες ε­ξαι­ρέ­σεις (Ελ­βε­τί­ας και Βα­τι­κα­νού) εί­ναι ορ­θο­γώ­νιες και (Λι­βύ­ης) πο­λύ­χρω­μες.

Η ση­μαί­α, ό­μως, δεν εί­ναι α­πλώς «
τε­μά­χιον υφά­σμα­τος», ό­πως α­ναφέ­ρει κά­ποια πα­λιά ε­γκυ­κλο­παί­δεια, αλ­λά έ­να σύμ­βο­λο που εν­σαρ­κώ­νει έ­να σωρό συ­ναι­σθή­μα­τα και που εμ­φα­νί­ζε­ται σε ό­λα τα πι­θα­νά και α­πί­θα­να ση­μεί­α, α­πό τα πε­δί­α των μα­χών μέ­χρι τα γή­πε­δα. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν έ­να ύ­φα­σμα να προκα­λεί τό­σο έ­ντο­νες και φορ­τι­κές συ­γκι­νή­σεις, να συμ­βο­λί­ζει τό­σα πολ­λά πράγ­μα­τα, να ε­ξά­ρει τό­σο τον πα­τριω­τι­σμό μας; 

Η ση­μαί­α α­πο­τε­λεί για μια χώ­ρα, έ­να κρά­τος, το ιε­ρό­τε­ρο σύμ­βο­λό του, το πιο τι­μη­μέ­νο και α­γα­πη­τό α­πό το λα­ό του, την πο­λι­τεί­α, το στρά­τευ­μα και την εκ­κλη­σί­α του, το ο­ποί­ο εί­ναι κι αυ­τό που ου­σια­στι­κά το α­ντι­προ­σω­πεύ­ει σε κά­θε ε­πί­ση­μο και α­νε­πί­ση­μο βή­μα στο ο­ποί­ο εμ­φα­νί­ζε­ται, ε­ντός και ε­κτός της ε­δα­φι­κής του ε­πι­κρά­τειας (δι­πλω­μα­τι­κές και ει­ρη­νευ­τι­κές α­πο­στο­λές, εκδη­λώ­σεις, κα­τορ­θώ­μα­τα, κα­τα­κτή­σεις κ.τ.λ.). Η ση­μαί­α α­πο­τε­λεί για ό­λα τα κρά­τη έ­να σύμ­βο­λο στο ο­ποί­ο α­πο­δί­δε­ται ι­διαί­τε­ρη και πολ­λές φο­ρές α­νυ­πέρ­βλη­τη ευ­λά­βεια: α­πο­τε­λεί το υ­ψη­λό­τε­ρο σύμ­βο­λο ε­νός κρά­τους, μιας και σ’ αυ­τό συ­μπυ­κνώ­νε­ται η ι­στο­ρί­α του, το πα­ρελ­θόν του, το πα­ρόν του, η προ­ο­πτι­κή του στο μέλ­λον, και αυ­τός που την κρα­τά­ει πρέ­πει να εί­ναι και α­πο­φα­σι­σμένος να την υ­πε­ρα­σπι­στεί με ό­λα τα μέ­σα, α­κό­μη και με τη ζω­ή του, αν αυ­τό κρι­θεί α­να­γκαί­ο.

Ό­λη η δυ­σνό­η­τη ι­δέ­α της πα­τρί­δας και του κρά­τους πε­ρι­κλεί­ε­ται μέ­σα στη ση­μαί­α. Εί­ναι τό­σο στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη η έν­νοια της ση­μαί­ας με την ε­λευ­θε­ρί­α, ώ­στε και η ε­λά­χι­στη προ­βο­λή της σε ε­πο­χές σκλα­βιάς και κα­ταπί­ε­σης σκορ­πά­ει ρί­γη συ­γκί­νη­σης, που α­να­στα­τώ­νουν τους σκλα­βω­μέ­νους και τους ξε­ση­κώ­νουν σε ε­πα­νά­στα­ση, γι’ αυ­τό και πά­ντο­τε οι κα­τα­κτη­τές λαμ­βάνουν δρα­κό­ντεια μέ­τρα για να μην εμ­φα­νί­ζε­ται η ση­μαί­α της σκλα­βω­μέ­νης χώρας.

Πα­ράλ­λη­λα, η έκ­φρα­ση α­πο­στρο­φής ή σθε­να­ρής α­ντί­θε­σης σ’ έ­να κρά­τος ή έ­να λα­ό ε­κτο­νώ­νε­ται συ­νή­θως πά­νω στη ση­μαί­α του, η ο­ποί­α καί­γε­ται κα­τά τη διάρ­κεια δια­δη­λώ­σε­ων.
 Η ση­μαί­α στην Ελ­λά­δα, κα­θώς και στις πε­ρισ­σό­τε­ρες χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης και του υ­πό­λοι­που κό­σμου, κυ­μα­τί­ζει κα­θη­με­ρι­νά σε ό­λα τα διοι­κη­τι­κά και κυβερ­νη­τι­κά κτί­ρια, τα δι­κα­στή­ρια, τα εκ­παι­δευ­τή­ρια, τις εκ­κλη­σί­ες και τα μο­να­στή­ρια, στις στρα­τιω­τι­κές μο­νά­δες, τις δι­πλω­μα­τι­κές α­πο­στο­λές του εξω­τε­ρι­κού, στα συμ­μα­χι­κά στρα­τη­γεί­α που υ­πη­ρε­τούν Έλ­λη­νες α­ξιω­μα­τι­κοί, στα πο­λε­μι­κά και ε­μπο­ρι­κά πλοί­α, αλ­λά και στην έ­δρα του Ο­Η­Ε, του ΝΑ­ΤΟ, της Ευρω­πα­ϊ­κής Έ­νω­σης και άλ­λων διε­θνών ορ­γα­νι­σμών στους ο­ποί­ους συμμε­τέ­χει η Ελ­λά­δα, ε­νώ κα­τά τις ε­θνι­κές ε­πε­τεί­ους (25η Μαρ­τί­ου, 28η Ο­κτω­βρί­ου) και το­πι­κές ε­ορ­τές (π.χ. α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του Κιλ­κίς) κο­σμεί τα μπαλ­κό­νια των σπι­τιών, τις κο­λό­νες των δρό­μων και τους α­νε­μο­θώ­ρα­κες των λε­ω­φο­ρεί­ων και των τρό­λε­ϊ, ως σύμ­βο­λο ε­νό­τη­τας του λα­ού και δια­τή­ρη­σης της ι­στο­ρι­κής μνή­μης.

Ό­ταν το κρά­τος πεν­θεί, η ση­μαί­α κυ­μα­τί­ζει με­σί­στια, ό­πως συμ­βαίνει και σε πε­ρι­πτώ­σεις θρη­σκευ­τι­κού πέν­θους (Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή). Σ’ αυ­τήν α­πο­νέ­μο­νται οι ύ­πα­τες τι­μη­τι­κές δια­κρί­σεις της πο­λι­τεί­ας, ο Πο­λε­μι­κός Σταυ­ρός Α΄ Τά­ξε­ως και ο Τα­ξιάρ­χης του Α­ρι­στεί­ου Αν­δρεί­ας.
 Την ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α φέ­ρουν σε ευ­διά­κρι­το σημεί­ο ό­λα τα χερ­σαί­α, πλω­τά και πτη­τι­κά μέ­σα των Ε­νό­πλων Δυ­νά­με­ων, ε­νώ οι Έλ­λη­νες στρα­τιώ­τες/ ναύ­τες/ σμη­νί­τες ορ­κί­ζο­νται να υ­πε­ρα­σπί­ζουν και με την τε­λευ­ταί­α ρα­νί­δα αί­μα­τός τους τη ση­μαί­α.

Το ε­θνό­ση­μο - το ο­ποί­ο και απο­τε­λεί το έμ­βλη­μα της Ελ­λη­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας - α­πο­τε­λεί πα­ραλ­λα­γή της σημαί­ας και φέ­ρε­ται σε ό­λα τα κα­λύμ­μα­τα κε­φα­λής (πη­λή­κιο, πη­λή­σκος, μπε­ρές, δί­κο­χο, τζό­κε­ϊ) των με­λών του Στρα­τού Ξη­ράς, του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού, της Πολε­μι­κής Α­ε­ρο­πο­ρί­ας, της Ελ­λη­νι­κής Α­στυ­νο­μί­ας, του Λι­με­νι­κού Σώ­μα­τος και του Πυ­ρο­σβε­στι­κού Σώ­μα­τος. Η ση­μαί­α α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα υ­ψη­λά ε­κεί­να σύμ­βο­λα που τι­μά ο στρα­τός. Με τη ση­μαί­α κα­λύ­πτο­νται τα φέ­ρε­τρα των αξιω­μα­τι­κών, αν­θυ­πα­σπι­στών, υ­πα­ξιω­μα­τι­κών και ο­πλι­τών που α­πε­βί­ω­σαν κατά την υ­πη­ρε­σί­α τους (πλην των αυ­το­κτο­νού­ντων)· α­νά­λο­γης τι­μής τυγ­χά­νουν οι α­ξιω­μα­τι­κοί σε πο­λε­μι­κή δια­θε­σι­μό­τη­τα, κα­θώς και οι εν ε­νερ­γεί­α έ­φε­δροι α­ξιω­μα­τι­κοί, υ­πα­ξιω­μα­τι­κοί και ο­πλί­τες. Κα­τά την έ­παρ­ση και υ­πο­στο­λή της, γί­νε­ται α­πό­δο­ση τι­μών α­πό Φρου­ρά (πα­ρου­σιά­στε) και α­πό ει­δι­κά ε­πι­φορ­τι­σμένο σαλ­πι­γκτή, ο ο­ποί­ος παια­νί­ζει ει­δι­κό εμ­βα­τή­ριο.
 
Πα­ραλ­λα­γή της ε­θνι­κής ση­μαί­ας α­πο­τε­λούν οι πο­λε­μι­κές ση­μαί­ες των Μονά­δων, Συ­γκρο­τη­μά­των, Σχη­μα­τι­σμών και Πα­ρα­γω­γι­κών Σχο­λών, οι ο­ποί­ες στο κέ­ντρο του σταυ­ρού φέ­ρουν τον προ­στά­τη Ά­γιο του Ό­πλου τους (τον έ­φιπ­πο Ά­γιο Γε­ώρ­γιο για το Πε­ζι­κό και τον υ­πό­λοι­πο Στρα­τό Ξη­ράς , πλην του Πυ­ρο­βο­λικού, το ο­ποί­ο δε δια­θέ­τει πο­λε­μι­κή ση­μαί­α, τον Αρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ ε­πί νε­φών για την Α­ε­ρο­πο­ρί­α και την Α­γί­α Ει­ρή­νη για την Α­στυ­νο­μί­α και - μέ­χρι το 1984 – την Χω­ρο­φυ­λα­κή· η πο­λε­μι­κή ση­μαί­α του Ναυ­τι­κού εί­ναι α­πό­λυ­τα ό­μοια με την ε­θνι­κή ση­μαί­α).
Ε­πί­σης, η ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α φέ­ρε­ται στις φαιο­πρά­σι­νες στο­λές των ε­κτός συ­νό­ρων στρα­τιω­τι­κών, οι ο­ποί­οι με­τα­βαί­νουν στο ε­ξω­τε­ρι­κό με ο­ποια­δή­πο­τε ι­διό­τη­τα. Η ση­μαί­α φέ­ρε­ται, ε­πί­σης, στον α­ρι­στε­ρό βρα­χί­ο­να της ει­δι­κής στο­λής ι­πτα­μέ­νου (χει­ρι­στή, ι­πτά­με­νου μη­χα­νι­κού και α­ε­ρο­ναυ­τί­λου).

 Η α­πώ­λεια της ση­μαί­ας στη μά­χη θε­ω­ρεί­ται α­σύλ­λη­πτη ντρο­πή και αι­σχύ­νη, ε­νώ α­ντί­θε­τα η α­πό­κτη­ση ση­μαί­ας του ε­χθρού προ­κα­λεί υ­πέρ­με­τρη χα­ρά και εν­θου­σια­σμό, α­πο­τε­λώ­ντας έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα πο­λε­μι­κά τρό­παια (βλέπε συλ­λο­γή Ε­θνι­κού Ι­στο­ρι­κού Μου­σεί­ου).
Έ­τσι, ο κά­θε στρα­τιώ­της που α­γα­πά και πι­στεύ­ει στο ι­δα­νι­κό της πα­τρί­δας, θα πρέ­πει να υ­πε­ρα­σπί­ζει τη ση­μαία με κά­θε δυ­να­τό μέ­σο, προ­σφέ­ρο­ντας γι’ αυ­τήν α­κό­μη και το πο­λυ­τι­μό­τε­ρο α­γα­θό που δια­θέ­τει, την ί­δια του τη ζω­ή.

Εν­δει­κτι­κά, α­να­φέ­ρου­με έ­να μύ­θο που ε­πι­κρα­τεί σχε­τι­κά με το Ό­πλο του Πυ­ρο­βο­λι­κού:
Το ο­πλό­ση­μό του α­πο­τε­λείται α­πό μαύ­ρο φό­ντο και χια­στί χρυ­σό πύ­ραυ­λο και κα­νό­νι, χω­ρίς ό­μως να φέρει δάφ­νη, ό­πως τα υ­πό­λοι­πα Ό­πλα και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα Σώ­μα­τα, για ι­στο­ρι­κούς και αι­σθη­τι­κούς λό­γους, έλ­κο­ντας την κα­τα­γω­γή του α­πό τη μαυ­ρο­κί­τρι­νη βυζα­ντι­νή
ση­μαί­α· το μαύ­ρο χρώ­μα, που κα­θο­ρί­στη­κε το 1914 (σε αντι­κα­τά­στα­ση του ε­ρυ­θρό­δα­νου, το ο­ποί­ο χρη­σι­μο­ποιού­νταν με­τα­ξύ 1908-1914), συμ­βο­λί­ζει την πυ­ρί­τι­δα και το κί­τρι­νο τη σο­φί­α. Λό­γω του μαύ­ρου χρώ­μα­τος του ο­πλο­σή­μου, της α­που­σί­ας δάφ­νης σ’ αυ­τό, αλ­λά και της μη ύ­παρ­ξης πο­λε­μι­κής ση­μαί­ας για το Πυ­ρο­βο­λι­κό, αρ­χι­κά α­πό μια ζη­λό­τυ­πη α­ντι­πα­λό­τη­τα προς το Ό­πλο (πο­λε­μά εκ του μα­κρό­θεν, α­ντί­θε­τα α­πό τα άλ­λα Ό­πλα που βρί­σκο­νται στην πρώ­τη γραμ­μή, ε­νώ υ­πάρ­χει μια νο­ο­τρο­πί­α ό­τι το Πυ­ρο­βο­λι­κό εί­ναι κά­πως πιο ε­κλε­πτυ­σμέ­νο ό­πλο, ο «πρί­γκι­πας» του Στρα­τού), ε­πι­κρά­τη­σε μια πε­ρι­δεής φή­μη ό­τι τά­χα το Πυ­ρο­βο­λι­κό στε­ρεί­ται τη δάφ­νη ε­πει­δή εί­ναι «ά­τι­μο Σώμα», για­τί δή­θεν κα­τά τον α­τυ­χή Ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό Πό­λε­μο του 1897 έ­χα­σε τη ση­μαί­α σε μια μά­χη (υ­πάρ­χει και πα­ραλ­λα­γή που το φέ­ρει να α­πο­κοι­μή­θη­κε στο πεδί­ο της μά­χης). Κά­τι τέ­τοιο σα­φώς δεν ι­σχύ­ει (το Πυ­ρο­βο­λι­κό ου­δέ­πο­τε εί­χε σημαί­α, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην μπο­ρεί να τη χά­σει!), ού­τε α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αλ­λά εί­ναι εν­δει­κτι­κό της σο­βα­ρό­τη­τας που κα­τέ­χει στη συνεί­δη­σή μας η α­πώ­λεια της ση­μαί­ας.

 

Διά­κρι­ση έ­θνους και κρά­τους.

Α­ντί­θε­τα με ό,τι πι­στεύ­ε­ται α­πό πολ­λούς, ση­μαί­ες υ­πάρ­χουν μό­νο ε­κεί που υ­φί­στα­νται Κρά­τη, ό­χι Έ­θνη. Η ση­μαί­α εί­ναι σή­με­ρα εξ ο­ρι­σμού έ­να σύμ­βο­λο που εκ­φρά­ζει κά­ποιο λα­ό που ζει σ’ έ­να κρα­τι­κό σύ­νο­λο, μιας και εκ­προ­σωπεί την κρα­τι­κή του ο­ντό­τη­τα. Τα έ­θνη δεν βρί­σκουν την έκ­φρα­σή τους σε ση­μαί­ες, αλ­λά σε πο­λι­τι­στι­κά στοι­χεί­α και συμ­βο­λι­σμούς, ό­πως η γλώσ­σα, η θρη­σκεί­α και η ε­θνι­κή συ­νεί­δη­ση. Ω­στό­σο, χρη­σι­μο­ποιεί­ται σή­με­ρα ο ό­ρος «ε­θνι­κός» κατ’ οι­κο­νο­μί­α και σαν ταυ­τό­ση­μος του «κρα­τι­κός», κά­τι που φαί­νε­ται να δέ­χε­ται σή­με­ρα και η κοι­νω­νιο­λο­γι­κή ε­πι­στή­μη και ο­ρο­λο­γί­α. Έ­τσι, άν­θρω­ποι με αγ­γλι­κό-ι­σπα­νι­κό-γαλ­λι­κό πο­λι­τι­στι­κό υπό­βα­θρο ζουν σή­με­ρα σε ό­λα τα μή­κη και πλά­τη της γης και, μο­λο­νό­τι μοι­ρά­ζονται μια κοι­νή πο­λι­τι­στι­κή κα­τα­γω­γή και κουλ­τού­ρα, δεν τους εκ­φρά­ζει η σημαί­α της Αγ­γλί­ας-Ι­σπα­νί­ας-Γαλ­λί­ας, αλ­λά η ση­μαί­α της χώ­ρας από την ο­ποί­α κα­τά­γο­νται. Πα­ράλ­λη­λα, υ­πάρ­χει και η πε­ρί­πτω­ση του α­ρα­βι­κού έ­θνους ( το ο­ποί­ο ε­κτεί­νε­ται α­πό τις α­κτές του Α­τλα­ντι­κού μέ­χρι τον Περ­σικό Κόλ­πο και α­πό τα βά­θη της Α­σί­ας μέ­χρι την κε­ντρι­κή Α­φρι­κή) , για το ο­ποί­ο δεν υ­πάρ­χει μί­α μό­νη ση­μαί­α που να το συμ­βο­λί­ζει, πα­ρά μό­νο (εί­κο­σι πε­ρί­που) ξε­χω­ρι­στές κρα­τι­κές ση­μαί­ες α­ρα­βι­κών κρα­τών, κα­θώς και του κουρ­δι­κό έθνους, το ο­ποί­ο ε­πί­ση­μα δεν έ­χει δι­κή του ση­μαί­α (αν και οι Κούρ­δοι χρη­σι­μοποιούν διά­φο­ρες α­νε­πί­ση­μες ση­μαί­ες), α­πλού­στα­τα για­τί δεν έ­χει κρά­τος!

Η α­να­φο­ρά στην ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α ως ε­θνι­κού συμ­βό­λου, ό­σο και αν έ­χει ε­πικρα­τή­σει στη νο­ο­τρο­πί­α των Ελ­λή­νων και το νό­η­μα των βι­βλί­ων της δι­δα­σκόμε­νης ι­στο­ρί­ας, εί­ναι εν μέ­ρει λαν­θα­σμέ­νη, για­τί εκ­φρά­ζει κα­θα­ρά το ελ­ληνι­κό κρά­τος και την ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια, δη­λα­δή η ύ­παρ­ξή της εί­ναι ταυ­τόση­μη και ταυ­τό­χρο­νη με το σύγ­χρο­νο ελ­λη­νι­κό κρά­τος, το ο­ποί­ο ι­δρύ­θη­κε το 1830, και κα­θό­λου δεν ταυ­τί­ζε­ται (χρο­νι­κά και γε­ω­γρα­φι­κά) με το ελ­λη­νι­κό έ­θνος, που χά­νε­ται στα βά­θη των αιώ­νων και εί­ναι δια­σπαρ­μέ­νο σε ό­λα τα μή­κη και πλά­τη της γης. Το ελ­λη­νι­κό έ­θνος προ­ϋ­πήρ­χε του 1830, αλ­λά ό­σο ή­ταν υ­πό­δου­λο δεν διέ­θε­τε κρά­τος και, φυ­σι­κά, ού­τε ση­μαί­α. Ό­μως, η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα του ελ­λη­νικού έ­θνους, το ο­ποί­ο έ­χει μί­α κοι­νή θρη­σκεί­α, μί­α κοι­νή γλώσ­σα, κοι­νά ή­θη και έ­θι­μα και έ­να μό­νο κρά­τος, έ­χουν κα­θιε­ρώ­σει τη ση­μαί­α (και τον Ε­θνι­κό Ύ­μνο) ως ε­θνι­κά σύμ­βο­λα, ό­σο κι αν αυ­τό δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην πραγ­μα­τι­στική έν­νοιά τους. Ως α­πο­τέ­λε­σμα, οι Έλ­λη­νες της δια­σπο­ράς χρη­σι­μο­ποιούν την ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α για να δεί­ξουν την ελ­λη­νι­κό­τη­τά τους, κά­τι που δε φαί­νεται να συμ­βαί­νει με τα άλ­λα έ­θνη, ε­κτός αν ε­ξαι­ρέ­σου­με το γαλ­λι­κό (σε πα­λαιότε­ρες ε­πο­χές και το αγ­γλο­σα­ξω­νι­κό), π.χ. στο γαλ­λό­φω­νο Québec του Κα­να­δά. Έ­τσι, ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α θα δού­με τό­σο στη μη­τρο­πο­λι­τι­κή Ελ­λά­δα, ό­σο και σε ό­λο το μεί­ζο­να ελ­λη­νι­σμό, ό­που κι αν αυ­τός κα­τοι­κεί.

 

 

Η κα­θιέ­ρω­ση της ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας.

Ό­πως εί­δα­με α­να­λυ­τι­κά στην προ­η­γού­με­νη ε­νό­τη­τα, το πρώ­το έ­τος της ελ­ληνι­κής Ε­πα­νά­στα­σης κύ­λη­σε με την α­νά­δει­ξη και χρή­ση πο­λυά­ριθ­μων και διαφο­ρε­τι­κών με­τα­ξύ τους ση­μαιών, χερ­σαί­ων και ναυ­τι­κών, οι ο­ποί­ες εί­χαν κοινό ση­μεί­ο το σταυ­ρό ή (στις σπά­νιες πε­ρι­πτώ­σεις που αυ­τός α­που­σί­α­ζε) τη μορφή ε­νός Ά­γιου. Α­φού δεν υ­πήρ­χε ε­νιαί­α διοί­κη­ση, δεν υ­πήρ­χε ού­τε έ­να ε­νιαίο σύμ­βο­λο του α­γώ­να, το ο­ποί­ο να α­να­γνω­ρί­ζε­ται α­πό ό­λα τα μέ­ρη του α­γώ­να και, κατ’ ε­πέ­κτα­ση, θα ε­πι­ση­μο­ποιού­σε την Ε­πα­νά­στα­ση. 

Την 1η Ια­νουα­ρί­ου του 1822 συ­νήλ­θαν στην Ε­πί­δαυ­ρο οι Πα­ρα­στά­τες του Έ­θνους, πρό­κρι­τοι, δη­μο­γέ­ρο­ντες, α­γω­νι­στές και α­ντι­πρό­σω­ποι των διαφό­ρων ελ­λη­νι­κών τμη­μά­των, ό­που στο ό­νο­μα της Α­γί­ας και Α­διαι­ρέ­του Τριά­δος κή­ρυ­ξαν «την πο­λι­τικήν ύπαρ­ξιν και α­νε­ξαρ­τη­σί­αν του ελ­λη­νικού έθνους ε­νώ­πιον Θε­ού και αν­θρώ­πων», χρη­σι­μο­ποιώ­ντας και την πρώ­τη σφρα­γί­δα της Προσω­ρι­νής Διοί­κη­σης της Ελ­λά­δος. Η Α΄ Ελ­λη­νι­κή Ε­θνο­συ­νέ­λευ­ση, ό­πως έ­μει­νε στην ι­στο­ρί­α, συ­νέ­τα­ξε και το πρώ­το Προ­σω­ρι­νό Πο­λί­τευ­μα της Ελ­λά­δος (γνω­στό και ως Ορ­γα­νι­κός Νό­μος της Ε­πι­δαύ­ρου) - το ο­ποί­ο και ου­σια­στι­κά α­πο­τε­λεί το πρώ­το σύ­νταγ­μα της Ελ­λά­δας - που κα­θιέ­ρω­νε σε δύ­ο άρ­θρα τον τύ­πο και τα χρώ­μα­τα της ε­πί­ση­μης ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας (κυα­νό και λευ­κό), ε­ξου­σιο­δο­τώντας το Ε­κτε­λε­στι­κό Σώ­μα να προσ­διο­ρί­σει το σχή­μα και τις λε­πτο­μέ­ρειες που α­φο­ρού­σαν τη χρή­ση της. Έ­τσι, με βά­ση τα δύ­ο αυ­τά άρ­θρα, ο Πρό­ε­δρος του Ε­κτε­λε­στι­κού Σώ­μα­τος, Α­λέ­ξαν­δρος Μαυ­ρο­κορ­δά­τος, εκ­δί­δει στις 15 Μαρ­τί­ου του 1822 στην Κό­ριν­θο το Διά­ταγ­μα 540.

 

 

 

Η ση­μα­σί­α της ση­μαί­ας

 Με ε­ξαί­ρε­ση τα δύ­ο αυ­τά ντο­κου­μέ­ντα, κα­μί­α άλ­λη συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή έν­δειξη, έ­ντυ­πο, νό­μος ή κα­νο­νι­σμός δεν έ­χει βρε­θεί, ώ­στε να μας δια­φω­τί­σει ως προς το με ποιο σκε­πτι­κό οι ε­θνο­πα­τέ­ρες της Ελ­λά­δας ε­πέ­λε­ξαν τα δύ­ο αυ­τά χρώ­μα­τα για τις ση­μαί­ες του κρά­τους, αλ­λά και ως προς το για­τί κα­θιέ­ρω­σαν τρί­α εί­δη ση­μαιών, δύ­ο για τη θά­λασ­σα και έ­να για την ξη­ρά. Το μό­νο στοι­χεί­ο που μπο­ρού­με να ι­σχυ­ρι­στού­με ό­τι α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε, κι αυ­τό κα­θα­ρά α­πό ι­στο­ρι­κή και ε­θνο­λο­γι­κή έ­ρευ­να, εί­ναι η χρή­ση του σταυ­ρού ως κύ­ριου γνω­ρί­σμα­τος και των τριών ση­μαιών: ό­πως έ­χου­με το­νί­σει, ο σταυ­ρός ή­ταν το σύμ­βο­λο που έ­νω­νε τους α­πα­ντα­χού Έλ­λη­νες, ταυ­τί­ζο­ντάς τους με το Χρι­στια­νι­σμό και το Βυ­ζά­ντιο και φέρ­νο­ντάς τους σε ά­με­ση (θρη­σκειο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­στική) α­ντι­δια­στο­λή με τους μου­σουλ­μά­νους Ο­θω­μα­νούς. Η Εκ­κλη­σί­α, στα δύ­σκο­λα και σκο­τει­νά χρό­νια που δι­ήλ­θε ο υ­πό­δου­λος ελ­λη­νι­σμός, υ­πήρ­ξε το μο­να­δικό ση­μεί­ο στή­ρι­ξής του, υ­πο­βα­στά­ζο­ντας την πί­ε­ση της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρατο­ρί­ας και στη­ρί­ζο­ντας το Έ­θνος υ­λι­κά, πνευ­μα­τι­κά και με κά­θε άλ­λο δυ­να­τό τρό­πο. Ο σταυ­ρός στην Ελ­λά­δα, ό­μως, υ­πήρ­χε αιώ­νες πριν α­πό την έ­λευ­ση του Χρι­στια­νι­σμού ως σχέ­διο με το ο­ποί­ο δια­κο­σμού­νταν διά­φο­ρα αγ­γεί­α, οι λα­βές των ξι­φών και άλ­λα α­ντι­κεί­με­να, ε­νώ μνη­μο­νεύ­ε­ται και α­πό αρ­κε­τούς αρ­χαί­ους συγ­γρα­φείς. Απ’ ό,τι προ­έ­κυ­ψε α­πό έ­ρευ­να, οι αρ­χαί­οι αγ­γειο­πλά­στες με­τα­χει­ρί­ζο­νταν το σταυ­ρό ως άλ­λο έ­να α­πλό γε­ω­με­τρι­κό σχή­μα με σκο­πό τον καλ­λω­πι­σμό των έρ­γων τους, χω­ρίς να του α­πο­δί­δουν ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α, μολο­νό­τι υ­πάρ­χουν στοι­χεί­α που κα­τα­δει­κνύ­ουν ό­τι η λα­τρεί­α του Διό­νυ­σου Βάκχου ή­ταν στε­νά δε­μέ­νη με το σχή­μα του σταυ­ρού. Ό­μως, με­τά απ’ αυ­τά τα συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά στοι­χεί­α, ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο ε­ρώτη­μα των χρω­μά­των και σχή­μα­τος της ση­μαί­ας. ΓΙΑ­ΤΙ οι ε­θνο­πα­τέ­ρες επέ­λε­ξαν τα χρώ­μα­τα αυ­τά για τη ση­μαί­α και ΓΙΑ­ΤΙ ε­πέ­λε­ξαν το συ­γκε­κριμέ­νο σχή­μα;

Εί­ναι δύ­σκο­λο να γνω­ρί­ζου­με τις α­λη­θι­νές προ­θέ­σεις των υ­πευ­θύ­νων για την ε­πι­λο­γή της ση­μαί­ας. Κα­νείς δεν μπο­ρεί να α­πα­ντή­σει με α­κρί­βεια στα πιο πά­νω ε­ρω­τή­μα­τα, αν και α­πό το Δη­μο­τι­κό α­κό­μη δι­δα­σκό­μα­στε πά­νω-κά­τω ότι «τα χρώ­μα­τα της ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας (μπλε και ά­σπρο) συμ­βο­λί­ζουν τον ουρα­νό και τον α­φρό της θά­λασ­σας, ε­νώ οι εν­νέ­α γραμ­μές α­ντι­στοι­χούν στις εννέ­α συλ­λα­βές της φρά­σης Ε­λευ­θε­ρί­α ή Θά­να­τος». Το πιο πά­νω «στι­χά­κι» δεν εί­ναι α­πό που­θε­νά τεκ­μη­ριω­μέ­νο, πα­ρά μό­νο έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει στη λα­ϊκή α­ντί­λη­ψη, κα­τά πα­ρό­μοιο τρό­πο με το «μύ­θο» της Α­γί­ας Λαύ­ρας. Για να μπο­ρέσου­με να α­πα­ντή­σου­με πε­ριε­κτι­κά και συ­νο­λι­κά τα δύ­ο αυ­τά ε­ρω­τή­μα­τα, πρέπει να α­να­τρέ­ξου­με σε πολ­λές πη­γές και να κα­λύ­ψου­με χρο­νι­κά ό­χι μό­νο την επα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο, αλ­λά και την αρ­χα­ϊ­κή και βυ­ζα­ντι­νή ε­πο­χή.

 Υ­πάρ­χουν πολ­λές και διά­φο­ρες εκ­δο­χές, οι ο­ποί­ες προ­σπα­θούν να α­πο­κρυ­πτογρα­φή­σουν το νό­η­μα των δύ­ο χρω­μά­των: η ε­πι­κρα­τέ­στε­ρη φέ­ρει το κυα­νό και το λευ­κό να συμ­βο­λί­ζουν το γα­λά­ζιο ου­ρα­νό και τη γα­λά­ζια θά­λασ­σα που πε­ριβάλ­λει την Ελ­λά­δα και τα λευ­κά σύν­νε­φα και το λευ­κό α­φρό των κυ­μά­των της θά­λασ­σας. Άλ­λη εκ­δο­χή φέ­ρει το λευ­κό να συμ­βο­λί­ζει την α­γνό­τη­τα της ελ­ληνι­κής Ε­πα­νά­στα­σης, τον κα­θα­ρό και ά­σπι­λο σκο­πό των Ελ­λή­νων, ε­νώ το κυα­νό την ου­ρά­νια δύ­να­μη, η ο­ποί­α προ­στά­τευε τους α­γω­νι­στές (ου­ρα­νο­χρω­μα­τι­σμέ­νη και σαν κρί­νο α­γρού λευ­κή). Τα ί­δια, ό­μως, χρώ­μα­τα κα­τά την Ελ­λη­νι­κή Επα­νά­στα­ση υ­πο­δή­λω­ναν «τήν δι­καιο­σύ­νην καί τήν πί­στην τό κυα­νόν, τήν η­θικήν κα­θα­ρό­τη­ταν καί τήν α­γνό­τη­ταν τού σκο­πού τό λευ­κόν». Θα μπο­ρού­σε ε­πί­σης να λε­χθεί ό­τι το ά­σπρο συμ­βο­λίζει τα χιο­νι­σμέ­να βου­νά και το γα­λά­ζιο τη σο­βα­ρό­τη­τα του ελ­λη­νι­κού λα­ού. Έχει υ­πο­στη­ρι­χτεί η ά­πο­ψη ό­τι τα δύ­ο χρώ­μα­τα προ­έρ­χο­νται α­πό την κλα­σι­κή ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα της Α­θή­νας, α­φού το λευ­κό και το γα­λά­ζιο ή­ταν τα χρώ­μα­τα του πέ­πλου της ιε­ρουρ­γί­ας της θε­άς Α­θη­νάς.

Η ί­δια ά­πο­ψη συν­δέ­ει τη μεν ση­μαί­α της ξη­ράς με τη ση­μαί­α του Νι­κη­φό­ρου Φω­κά και τη δε ση­μαί­α της θά­λασ­σας με τη ση­μαία των Καλ­λέρ­γη­δων (οι ο­ποί­οι ή­ταν α­πό­γο­νοι του Νι­κη­φό­ρου Φω­κά), ε­νώ για τον κυα­νό­λευ­κο συν­δυα­σμό κά­νει συ­σχε­τι­σμό με την ε­πί­ση­μη στο­λή των Βυ­ζα­ντινών και τη ση­μαί­α του βυ­ζα­ντι­νού στό­λου. Ο Νι­κό­λα­ος Ζα­φει­ρί­ου (βλέ­πε βι­βλιο­γρα­φί­α) α­να­φέ­ρει ό­τι κυα­νό­λευ­κα ή­ταν τα σή­μα­τα (ση­μαί­ες) των συ­νταγ­μάτων του Μέ­γα Α­λέ­ξαν­δρου, αλ­λά και ό­τι οι Ιου­δαί­οι ξε­χώ­ρι­ζαν τους Έλ­λη­νες από τα λευ­κά εν­δύ­μα­τα με κυα­νά πε­ρι­ζώ­μα­τα, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στην Και­νή Διαθή­κη, γι’ αυ­τό και βλέ­πο­ντας τους μα­θη­τές του Ι­η­σού με πα­ρό­μοια εν­δυ­μασί­α, τους κα­τη­γό­ρη­σαν ως ελ­λη­νί­ζο­ντες.

 Κυα­νό­λευ­κα ή­ταν και οι­κό­ση­μα και η αυ­το­κρα­το­ρι­κή ση­μαί­α των δυ­να­στειών των Μα­κε­δό­νων (9ος - 11ος αιώ­νας) και των Πα­λαιο­λό­γων (13ος - 15ος αιώ­νας), αλ­λά και ο θρόνος του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τριάρ­χη. Υ­πάρ­χει ε­πί­σης και η εκ­δο­χή που φέ­ρει τα χρώ­μα­τα να συμβο­λί­ζουν τη βρά­κα του ναυ­τι­κού και τη φου­στα­νέ­λα του στε­ρια­νού, κά­τι το ο­ποί­ο συ­νά­δει με αυ­τό που εί­πε ο Α­λέ­ξαν­δρος Μαυ­ρο­κορ­δά­τος ό­ταν υ­πέ­γρα­ψε για την κα­τάρ­γη­ση της ση­μαί­ας της Φι­λι­κής Ε­ται­ρεί­ας (βλέ­πε στην ε­πό­με­νη σε­λί­δα). Ερ­χό­με­νοι στην ερ­μη­νεί­α των εν­νέ­α πα­ράλ­λη­λων κυα­νό­λευ­κων γραμ­μών, πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με ό­τι η ε­πι­κρα­τέ­στε­ρη ερ­μη­νεί­α φέ­ρει τον α­ριθ­μό των γραμμών να α­ντι­στοι­χεί στις εν­νέ­α συλ­λα­βές της φρά­σης «Ε­λευ­θε­ρί­α ή Θά­νατος», την ο­ποί­α χρη­σι­μο­ποιού­σαν συ­χνό­τα­τα οι α­γω­νι­στές της Ε­πα­νά­στασης, δη­λώ­νο­ντας την α­πε­ρί­σπα­στη προ­σή­λω­ση και α­φο­σί­ω­σή τους στην ε­πί­τευξη του υ­ψη­λό­τε­ρου των α­γα­θών, της ε­λευ­θε­ρί­ας, για την α­πό­κτη­ση της ο­ποί­ας δεν δέ­χο­νταν κα­νέ­να α­πο­λύ­τως συμ­βι­βα­σμό και ή­σαν πα­νέ­τοι­μοι να την α­πο­κτή­σουν με ό­λα τα μέ­σα, δί­νο­ντας α­κό­μη και την ί­δια τους τη ζω­ή. Πα­ραλ­λα­γή αυτής της εκ­δο­χής φέ­ρει τον α­ριθ­μό των γραμ­μών να α­ντι­στοι­χεί στον α­ριθ­μό των γραμ­μά­των της λέ­ξης Ε­λευ­θε­ρί­α, το υ­πέρ­τα­το α­γα­θό για κά­θε άν­θρωπο, έ­να α­γα­θό για το ο­ποί­ο οι Έλ­λη­νες στο ρου της ι­στο­ρί­ας πά­ντο­τε πο­λε­μούν και χύ­νουν αί­μα για να το α­πο­κτή­σουν.

Ε­πί­σης, θυ­μί­ζου­με ό­τι ο α­ριθ­μός εν­νέ­α (9) α­νέ­κα­θεν θε­ω­ρού­νταν ιε­ρός και μυ­στι­κι­στι­κός, ε­νώ υ­πάρ­χει και η ερ­μηνεί­α ό­τι η ε­ναλ­λα­γή των κυα­νών και των λευ­κών γραμ­μών συμ­βο­λί­ζει τα κύ­ματα του Αι­γαί­ου Πε­λά­γους. Έ­χει υ­πο­στη­ρι­χτεί ό­τι οι εν­νέ­α κυα­νό­λευ­κες ο­ρι­ζό­ντιες λω­ρί­δες συμ­βο­λί­ζουν τις εν­νέ­α Μού­σες ή την α­με­ρι­κα­νι­κή ση­μαί­α (η χώ­ρα αυ­τή βο­ή­θη­σε την Ελ­λά­δα αρ­κε­τά στον α­γώ­να). Η πι­θα­νό­τε­ρη εκ­δο­χή, ό­μως, τη συ­σχε­τί­ζει με τη ση­μαί­α των α­δελ­φών Καλ­λέρ­γη, α­πο­γό­νων του αυτο­κρά­το­ρα Νι­κη­φό­ρου Φω­κά. Εί­ναι ση­μα­ντι­κό να α­να­φέ­ρου­με ό­τι η πρώ­τη φο­ρά που η ση­με­ρι­νή ση­μαί­α της στε­ριάς (και πρώ­ην ε­πί­ση­μη του ελ­λη­νι­κού κρά­τους) χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ή­ταν στη Σκιά­θο το Σε­πτέμ­βριο του 1807, ό­ταν οι αρ­μα­το­λοί του Ο­λύ­μπου, με­τά τη συνθή­κη του Τίλ­σιτ με­τα­ξύ Ρω­σί­ας και Τουρ­κί­ας, φτά­νουν στο νη­σί με 70 κα­τα­δρομι­κά πλοί­α υ­πό τις δια­τα­γές του Γιάν­νη Στα­θά, κα­τε­βά­ζουν τη ρω­σι­κή ση­μαία και α­νε­βά­ζουν γα­λά­ζια ση­μαί­α με λευ­κό σταυ­ρό (τ’ ου­ρα­νού πα­ντιέ­ρα).
Στη Μο­νή της Ευαγ­γε­λί­στριας στο νη­σί, σχε­διά­στη­κε, υ­φάν­θη­κε, ευ­λο­γήθη­κε και υ­ψώ­θη­κε η πρώ­τη ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α με το λευ­κό σταυ­ρό στη μέ­ση ε­πί γα­λα­νού φό­ντου. Σε αυ­τή ο Νή­φων όρ­κι­σε τους ο­πλαρ­χη­γούς Θε­ό­δω­ρο Κο­λο­κο­τρώνη, Αν­δρέ­α Μια­ού­λη, Πα­πα­θύ­μιο Βλα­χά­βα, Γιάν­νη Στα­θά, Νι­κο­τσά­ρα, τον σκια­θίτη δι­δά­σκα­λο του γέ­νους, Ε­πι­φά­νιο-Στέ­φα­νο Δη­μη­τριά­δη, και πολ­λούς άλ­λους, με­τά α­πό με­γά­λη σύ­σκε­ψη που έ­κα­ναν στο μο­να­στή­ρι για να κα­τα­στρώ­σουν το σχέ­διο δρά­σης τους.

Η πρώ­τη φο­ρά που υ­ψώ­θη­κε η ση­με­ρι­νή ε­πί­ση­μη (ναυ­τι­κή) ση­μαί­α της Ελ­λά­δας ή­ταν το 1823 στην Κό­ριν­θο ό­ταν, με­τά α­πό 364 χρό­νια σκλα­βιάς, απε­λευ­θε­ρώ­θη­κε και έ­γι­νε η πρώ­τη πρω­τεύ­ου­σα της Ελ­λά­δας. 

Ε­πι­πρό­σθε­τα, άλ­λο έ­να θέ­μα, το ο­ποί­ο ου­δέ­πο­τε θα μπο­ρέ­σει να δια­σα­φη­νιστεί, α­να­φο­ρι­κά με το σχή­μα της ση­μαί­ας, εί­ναι το για­τί οι Ε­θνο­πα­τέ­ρες ε­πέλε­ξαν τη ση­μαί­α να έ­χει γα­λά­ζιο φό­ντο και λευ­κό σταυ­ρό, α­ντί να έ­χει λευ­κό φό­ντο και κυα­νό σταυ­ρό: Ό­πως α­να­φέ­ρα­με στις προ­η­γού­με­νες ε­νό­τη­τες, αλ­λά και ό­πως φαί­νε­ται και α­πό τις ση­μαί­ες που δια­σώ­ζο­νται, στις σταυ­ρό­σχη­μες ση­μαί­ες του α­γώ­να (αλ­λά και πριν α­πό την Ε­πα­νά­στα­ση), το τε­λευ­ταί­ο σχέ­διο ή­ταν και το πιο κοι­νό, έ­χο­ντας τις ρί­ζες του στη βυ­ζα­ντι­νή ναυ­τι­κή ση­μαί­α.

Α­πό τους ο­πλαρ­χη­γούς, μό­νο ο Γιάν­νης Στα­θάς και ο Γρη­γό­ριος Δί­καιος Πα­παφλέσ­σας χρη­σι­μο­ποιού­σαν το πρώ­το σχέ­διο, θα πρέ­πει ό­μως να α­να­φερ­θεί και ό­τι αρ­κε­τοί ά­γνω­στοι α­γω­νι­στές χρη­σι­μο­ποιού­σαν το σχέ­διο με το γα­λά­ζιο φό­ντο και το λευ­κό σταυ­ρό. Δυ­στυ­χώς, και πά­λι δεν υ­πάρ­χουν στοι­χεί­α τα ο­ποί­α να αι­τιο­λο­γούν την ε­πι­λο­γή του σχή­μα­τος αυ­τού.

Η «πά­λη» με­τα­ξύ της ε­πί­ση­μης και των ε­πα­ναστα­τι­κών ση­μαιών Δια­βά­ζο­ντας την ι­στο­ρί­α της κα­θιέ­ρω­σης της ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας, άλ­λο ένα ε­ρώ­τη­μα θα πρέ­πει να γεν­νιέ­ται στο μυα­λό μας. Για­τί οι ε­θνο­πα­τέ­ρες δεν απο­φά­σι­σαν να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί η ση­μαί­α της Φι­λι­κής Ε­ται­ρεί­ας ή, έ­στω, του Αλέ­ξαν­δρου Υ­ψη­λά­ντη, ως ε­πί­ση­μη ση­μαί­α; Α­ντί­θε­τα με τα προ­η­γού­με­να ε­ρω­τή­μα­τα, τα ο­ποί­α α­πα­ντώ­νται μό­νο με ει­κασί­ες, ε­δώ μπο­ρού­με να δώ­σου­με σα­φείς και συ­γκε­κρι­μέ­νες α­πα­ντή­σεις.

 Η Α΄ Ε­θνι­κή Συ­νέ­λευ­ση της Ε­πι­δαύ­ρου, βά­ζο­ντας πά­νω απ’ ό­λα τα συμ­φέ­ρο­ντα του Έ­θνους - ώ­στε να δια­φυ­λά­ξει το σκο­πό του α­γώ­να και να α­ντι­στρέ­ψει την ε­σφαλ­μέ­νη ε­ντύ­πω­ση που εί­χε αρ­χι­κά δη­μιουρ­γη­θεί στις αυ­λές της Ευ­ρώ­πης και ι­διαί­τε­ρα στους κόλ­πους της Ιε­ράς Συμ­μα­χί­ας για την Ε­πα­νά­στα­ση (ό­τι δη­λα­δή ε­πρό­κει­το για έ­να ε­πα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα το ο­ποί­ο ή­ταν υ­πο­κι­νού­μενο α­πό μυ­στι­κή συ­νω­μο­τι­κή ορ­γά­νω­ση, με σκο­πό την κα­θε­στω­τι­κή αλ­λα­γή και κοι­νω­νι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση της πε­ριο­χής των Βαλ­κα­νί­ων) - πή­ρε την α­πό­φα­ση να α­πα­λεί­ψει ό­λα τα φι­λι­κά και βυ­ζα­ντι­νά σύμ­βο­λα που ως τό­τε έ­φε­ραν οι ση­μαί­ες της Ε­πα­νά­στα­σης, πα­ράλ­λη­λα με την άρ­νη­ση του Ε­πα­να­στα­τι­κού Διευ­θυ­ντη­ρί­ου να δε­χτεί Ι­τα­λούς «ε­λευ­θε­ρό­φρο­νες» ε­θε­λο­ντές στους κόλ­πους του αγώ­να, προ­βάλ­λο­ντας έ­τσι πε­ρί­τρα­να στις ευ­ρω­πα­ϊ­κές κυ­βερ­νή­σεις ό­τι η Ε­πανά­στα­ση ή­ταν έ­νας κα­θα­ρά α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός α­γώ­νας. Ε­κτός α­πό την ά­πο­ψη αυτή του Σπυ­ρί­δω­νος Τρι­κού­πη, υ­πάρ­χει και η προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση των Ε­ται­ρι­στών, η ο­ποί­α δια­τυ­πώ­νε­ται στο βι­βλί­ο του Σα­κελ­λά­ριου Γ. Σα­κελ­λα­ρί­ου ‘‘Φι­λι­κή Ε­ταιρεί­α’’, το ο­ποί­ο εκ­δό­θη­κε στην Ο­δησ­σό το 1909. 

Με­τά την κα­θιέ­ρω­ση της ε­πί­ση­μης ση­μαί­ας, ω­στό­σο, δεν παύ­ει η χρή­ση των δια­φό­ρων ε­πα­να­στα­τι­κών ση­μαιών, πα­ρά μό­νο με­τά α­πό αρ­κε­τά χρό­νια. Οι πιο «ε­πί­μο­νες» ε­πα­να­στα­τι­κές ση­μαί­ες ή­ταν τα πο­λύ­χρω­μα μπα­ϊ­ρά­κια της Ρού­μελης και η ση­μαί­α του Α­ρεί­ου Πά­γου, ο ο­ποί­ος μά­λι­στα εί­χε ε­πί­μο­να ζη­τή­σει τη χρή­ση της ι­διό­τυ­πής του ση­μαί­ας στην πε­ριο­χή του, δί­νο­ντας και σχε­τι­κή ε­ντο­λή «Νὰ ἐμπο­δί­σεις νὰ μὴ πε­ρι­φέ­ρε­ται ἡ τρί­χρω­μη ση­μαί­α εἰς τὴν πε­ρι­φέ­ρειαν τοῦ Ἀρεί­ου Πά­γου ἀλλὰ μό­νον ἡ ἐθνι­κή» στον πλη­ρε­ξού­σιό του, Γε­ώρ­γιο Αι­νιά­να, που θα με­τέ­βαι­νε στη Συ­νέλευ­ση των Χι­λιάρ­χων και λοι­πών αρ­χη­γών της Πε­λο­πον­νή­σου και της Στε­ρε­άς Ελλά­δας στις 6 Μαρ­τί­ου 1822.

Ο Δη­μή­τριος Υ­ψη­λά­ντης, θέ­λο­ντας να συ­γκε­ρά­σει τις α­ντι­δρά­σεις, στις 9 Α­πρι­λί­ου 1822 γρά­φει α­πό το Δα­δί στο Βου­λευ­τι­κό τα ε­ξής σοφά λό­για: «Περί δέ τής μορ­φής καί τού χρώ­μα­τος τής ση­μαί­ας, ὁποῖοι ποτὲ καὶ ἂν ἦσαν οί λό­γοι τών νε­ω­τε­ρι­σά­ντων, οὔτ’ ἐνα­ντιώ­θην πο­τέ, ούτ’ ἐνα­ντιοῦμαι, τήν σω­τη­ρί­αν τής Ελ­λά­δος θε­ωρῶν οὐχὶ εἰς τὰ χρώ­μα­τα, ἀλλ’ εἰς τὰς πρά­ξεις καὶ εἰς τὴν ἀπαθῆ καὶ εἰλι­κρινῆ ἀφιέ­ρω­σιν πρὸς τὴν κοινὴν τοῦ ἐθνους ὠφέ­λειαν καὶ δό­ξαν. Μά­λι­στα δὲ καὶ βλέ­πων ἐνταῦθα ση­μαί­ας δια­φό­ρων ἐιδῶν, τὰς μὲν λευ­κάς, τὰς δὲ ποι­κί­λων χρω­μά­των, καὶ στο­χα­ζό­με­νος ὅτι δὲν συμ­φέ­ρει οὐδὲ πρέ­πει τοιαύ­τη ἀνο­μοιώ­της, ἐπρό­στα­ξα ν’ ἀκο­λου­θή­σω­σιν ὅλοι τὴν νέ­αν. Ἀνά­γκη ὅμως νὰ ἐτοι­μα­σθώ­σιν αὐτοῦ ἀρκε­ταὶ καὶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ διά­φο­ρα στρα­τιω­τικὰ σώ­μα­τα, ἢ νὰ γράψῃ περὶ αὐτῶν ἡ Βουλὴ πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον».

Τα χρώ­μα­τα της ση­μαί­ας ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται και στο Νό­μο της Ε­πι­δαύ­ρου α­πό τη Β΄ Ε­θνι­κή Συ­νέ­λευ­ση στο Ά­στρος το 1823, το­νί­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα τον τερ­μα­τι­σμό της χρή­σης των ε­πανα­στα­τι­κών ση­μαιών. Ό­μως, ε­νώ θα πε­ρι­μέ­να­με να ε­κλεί­ψει η πο­λυ­μορ­φί­α των ση­μαιών κα­τά το τέ­λος του Α­γώ­να, κά­τι τέ­τοιο δε συμ­βαί­νει, α­φού στο Πο­λιτι­κό Σύ­νταγ­μα της Ελ­λά­δος, το ο­ποί­ο συ­νέ­τα­ξε η Γ΄ Ε­θνι­κή Συ­νέ­λευ­ση της Τροι­ζή­νας (1η Μα­ΐ­ου του 1827), και πά­λι συ­να­ντού­με α­νά­λο­γη μνεί­α για τη ση­μαί­α. 

Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ό­τι, με­τά την ί­δρυ­ση του Ελ­λη­νι­κού κρά­τους, η χρήση των ε­πα­να­στα­τι­κών ση­μαιών άρ­χι­σε να πα­ρακ­μά­ζει, α­μέ­σως ό­μως με­τά το ατυ­χές γε­γο­νός της δο­λο­φο­νί­ας του πρώ­του κυ­βερ­νή­τη της Ελ­λά­δας, Ιω­άν­νη Καπο­δί­στρια (27 Σε­πτεμ­βρί­ου του 1831), ε­πα­να­στα­τι­κές ση­μαί­ες ξα­να­κά­νουν την εμ­φά­νι­σή τους: στη Σπάρ­τη και τη Μά­νη υ­ψώ­νε­ται λευ­κή ση­μαί­α με την πα­ρά­στα­ση του Λυ­κούρ­γου, ε­νώ στην Πε­ρα­χώ­ρα οι Συ­νταγ­μα­τι­κοί έ­χουν κόκ­κι­νη ση­μαί­α με λευ­κό σταυ­ρό και δύ­ο γα­λά­ζιες ται­νί­ες πά­νω και κά­τω και την ε­πι­γρα­φή «Ε­ΝΩ­ΣΙΣ-ΣΥ­ΝΤΑΓ­ΜΑ».

Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, στις πα­ρα­μο­νές της ε­κλο­γής του πρώτου βα­σι­λιά της Ελ­λά­δας, υ­ψώ­νο­νται κυα­νό­λευ­κες ση­μαί­ες με φοί­νι­κα και την ε­πι­γρα­φή «Ο­ΘΩΝ Η­ΓΕ­ΜΩΝ ΤΗΣ ΕΛ­ΛΑ­ΔΟΣ».

 

Οι με­τα­τρο­πές στην Ελληνική ση­μαί­α. 

Α­πό την κα­θιέ­ρω­σή της, το Μάρ­τιο του 1822, μέ­χρι και σή­με­ρα, η ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α έ­χει υ­πο­στεί διά­φο­ρες μι­κρές τρο­πο­ποι­ή­σεις, οι ο­ποί­ες α­ντι­κα­τό­πτριζαν κυ­ρί­ως τις συ­νταγ­μα­τι­κές αλ­λα­γές του πο­λι­τεύ­μα­τος της χώ­ρας.Πιο κά­τω θα ε­ξε­τά­σου­με τις κυ­ριό­τε­ρες α­πό αυ­τές.


Στις 30 Ιου­λί­ου του 1828, με το Ψή­φι­σμα ΙΒ΄, αρ. 3529, ο κυ­βερ­νή­της Ιω­άν­νης Κα­πο­δί­στριας λαμ­βά­νει την α­πό­φα­ση της ε­ξο­μοί­ω­σης της ση­μαί­ας των ε­μπο­ρικών πλοί­ων με αυ­τή των πο­λε­μι­κών, μιας και ή­ταν με­γά­λη α­δι­κί­α για τα ε­μπορι­κά πλοί­α, τα ο­ποί­α προ­σέ­φε­ραν ι­σά­ξιες υ­πη­ρε­σί­ες στο κρά­τος, να φέ­ρουν δια­φο­ρε­τι­κή ση­μαί­α. Με Βα­σι­λι­κό Διά­ταγ­μα στις 4 Α­πρι­λί­ου του 1833, ο βα­σι­λιάς Όθω­νας ρυθ­μί­ζει α­να­λυ­τι­κό­τε­ρα το θέ­μα των ναυ­τι­κών ση­μαιών. Στις 20 Α­πρι­λί­ου του 1841, με την Υπ’ α­ριθ­μό 3658 δια­τα­γή της Γραμ­μα­τεί­ας ε­πί των Ναυ­τι­κών της Ε­πι­κρα­τεί­ας, ρυθ­μί­ζο­νται οι λε­πτο­μέ­ρειες της κα­τα­σκευ­ής και των δια­στά­σε­ων των ση­μαιών, ε­νώ με Βα­σι­λι­κό Διά­ταγ­μα στις 28 Αυ­γού­στου του 1858 (Περί ελ­λη­νικής πο­λε­μικής καί ε­μπο­ρικής ση­μαί­ας) κα­νο­νί­ζε­ται η χρή­ση των δια­φό­ρων δια­κρι­τι­κών της πο­λε­μι­κής και ε­μπο­ρι­κής ση­μαί­ας, ό­πως ε­πί­σης και τα ση­μεί­α ε­πάρ­σε­ως και οι δια­στά­σεις και α­να­λογί­ες των ση­μαιών.

Στις 28 Δε­κεμ­βρί­ου του 1863, ο βα­σι­λιάς Γε­ώρ­γιος Α΄ εκ­δί­δει νέ­ο Βα­σι­λι­κό Διά­ταγ­μα, το ο­ποί­ο κα­θό­ρι­ζε το σχή­μα και τις α­να­λο­γί­ες δια­στά­σε­ων της ε­πί­ση­μης βα­σι­λι­κής ση­μαί­ας, προ­σθέ­το­ντας το βα­σι­λι­κό στέμ­μα στο κέ­ντρο του σταυ­ρού των ση­μαιών του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού και των Φρου­ρί­ων, ε­νώ η βα­σι­λι­κή ση­μαί­α θα έ­φε­ρε στο μέ­σο του σταυ­ρού τα εμ­βλή­μα­τα του κράτους και τα οι­κό­ση­μα της βα­σι­λι­κής οι­κο­γέ­νειας. Ε­πί­σης, με Βα­σι­λι­κό Διάταγ­μα κα­θο­ρί­ζο­νται οι πο­λε­μι­κές ση­μαί­ες των Ταγ­μά­των στις 9 Α­πρι­λί­ου του 1864, δια­τη­ρώ­ντας μέ­χρι σή­με­ρα την ί­δια μορ­φή, δη­λα­δή κυα­νό­λευ­κη με σταυ­ρό, με­τα­ξω­τή με χρυ­σά κρόσ­σια ο­λό­γυ­ρα - συμ­βο­λί­ζουν τις ψυ­χές που η πα­τρί­δα εμπι­στεύ­ε­ται στη ση­μαί­α - και με τον έ­φιπ­πο Ά­γιο Γε­ώρ­γιο στη μέ­ση. Οι δια­στάσεις των ση­μαιών πε­ρι­λή­φθη­καν και σε νέ­ο Βα­σι­λι­κό Διά­ταγ­μα, που εκ­δό­θη­κε στις 26 Σε­πτεμ­βρί­ου του 1867. 

Στις 31 Μα­ΐ­ου του 1914, α­πο­φα­σί­στη­κε με νέ­ο Βα­σι­λι­κό Διά­ταγ­μα η ση­μαί­α των Υπουρ­γεί­ων, Πρε­σβειών και Δη­μό­σιων-Δη­μο­τι­κών κα­τα­στη­μά­των να φέ­ρει στέμμα στη μέ­ση (δη­λα­δή να εί­ναι ί­δια με αυ­τή των Φρου­ρί­ων), ε­νώ οι ι­διώ­τες ε­πιτρε­πό­ταν να υ­ψώ­νουν την ε­μπο­ρι­κή ναυ­τι­κή ση­μαί­α (πα­νο­μοιό­τυ­πη με την πο­λεμι­κή, χω­ρίς ό­μως το στέμ­μα). Ε­πί­σης, για τις Μο­νά­δες του Στρα­τού, θε­σμο­θε­τήθη­κε να φέ­ρουν πο­λε­μι­κή ση­μαί­α μό­νο τα Συ­ντάγ­μα­τα του Πε­ζι­κού και των Ευζώ­νων.

Τον Α­πρί­λιο του 1926, Πο­λε­μι­κή Ση­μαί­α α­πο­νε­μή­θη­κε και στη Στρα­τιω­τική Σχο­λή Ευελ­πί­δων, με τον κα­θο­ρι­σμό των δια­κρι­τι­κών της τον Ιού­λιο του ίδιου έ­τους και την προ­σθα­φαί­ρε­ση του στέμ­μα­τος στα κα­το­πι­νά χρό­νια, α­νά­λογα με τις πο­λι­τεια­κές αλ­λα­γές της χώ­ρας.

Το 1938 κα­θο­ρί­στη­καν λε­πτο­με­ρώς οι πο­λε­μι­κές ση­μαί­ες των Συ­νταγ­μά­των Πε­ζι­κού και Ευ­ζώ­νων και α­πο­νε­μή­θη­καν πο­λε­μι­κές ση­μαί­ες στα νε­ο­σύ­στα­τα Συ­ντάγ­μα­τα Ιπ­πι­κού. 

Στις 25 Μαρ­τί­ου του 1924, τα Υ­πουρ­γεί­α Στρα­τιω­τι­κών και Ναυ­τι­κών, με σκο­πό την ε­κτέ­λε­ση του ψη­φί­σμα­τος της Δ΄ Συ­ντα­κτι­κής Ε­θνο­συ­νέ­λευ­σης στην Α­θή­να «Περί α­να­κη­ρύ­ξε­ως τής Δη­μο­κρα­τί­ας», διέ­τα­ξαν την α­φαί­ρε­ση των στεμ­μά­των α­πό τις ση­μαί­ες, για να ε­πα­νέλ­θουν στις 10 Ο­κτω­βρί­ου του 1935, ό­ταν η Ε΄ Ε­θνι­κή Συ­νέ­λευ­ση στην Α­θή­να α­πο­φα­σί­ζει το Ψή­φι­σμα «Περί κα­ταρ­γή­σε­ως τής α­βα­σι­λεύ­του Δη­μο­κρα­τί­ας».

Τον Α­πρίλιο του 1967, με­τά την πρα­ξι­κο­πη­μα­τι­κή κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σί­ας α­πό τη Χού­ντα, αφαι­ρεί­ται το στέμ­μα α­πό τις ση­μαί­ες, ε­νώ το 1969 με νέ­ο ψή­φι­σμα κα­ταρ­γή­θη­κε η στε­ρια­νή ση­μαί­α και κα­θιε­ρώ­θη­κε ως ε­πί­ση­μη η ναυ­τι­κή ση­μαί­α· αν και δεν ο­ρί­στη­καν συ­γκε­κρι­μέ­νες α­πο­χρώ­σεις του μπλε, κα­θο­ρί­στηκε ό­τι ό­λες οι ση­μαί­ες έ­πρε­πε να έ­χουν το ί­διο χρώ­μα με τις «πρό­τυ­πες» δύ­ο κυ­βερ­νη­τι­κών υ­πη­ρε­σιών. Κρί­νο­ντας α­πό τις ση­μαί­ες που φτιά­χτη­καν με­τα­ξύ 1970-1975, πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι οι «πρό­τυ­πες» ση­μαί­ες ή­ταν κά­πως σκου­ρόχρω­μες.

Στις 18 Αυ­γού­στου του 1970, η α­να­λο­γί­α της ση­μαί­ας άλ­λα­ξε α­πό 2:3 σε 7:12, με απο­τέ­λε­σμα να γί­νει κά­πως πιο μα­κρό­στε­νη.

 Με­τά τη με­τα­πο­λί­τευ­ση που ε­πήλ­θε με την πτώ­ση της Χού­ντας τον Ιού­λιο του 1974 και την ε­γκα­θί­δρυ­ση με δη­μο­ψή­φι­σμα της προ­ε­δρευό­με­νης κοι­νο­βου­λευτι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, ψη­φί­ζε­ται ο Νό­μος υπ’ αρ. 48/1975 «Περί τής ε­θνικής ση­μαί­ας τής ελ­λά­δος καί τού εμ­βλή­μα­τος τής ελ­λη­νικής Δη­μο­κρα­τί­ας», ε­νώ με το Προ­ε­δρι­κό Διά­ταγ­μα 515/1975 ρυθ­μί­ζο­νται οι λε­πτο­μέ­ρειες της μορ­φής και των δια­στά­σε­ών της.
Μο­λο­νό­τι και τα δύ­ο αυ­τά έγ­γρα­φα δεν κά­νουν α­να­φορά σε «
κατά θά­λασ­σαν» ση­μαί­α, δεν την κα­ταρ­γούν. Ο Νό­μος 851/21-12-1978 (ΦΕΚ 233 τΑ΄) «Περί ε­θνικής Ση­μαί­ας, τών Πο­λε­μικών Ση­μαιών καί τού Δια­κρι­τι­κού Σή­μα­τος τού Προ­έ­δρου τής Δη­μο­κρα­τί­ας» κα­θό­ρι­σε την ε­πί­ση­μη ε­θνι­κή ση­μαί­α που χρη­σι­μο­ποιού­με μέ­χρι σή­με­ρα, κα­θώς και τις τε­χνι­κές και τυ­πι­κές προ­δια­γρα­φές της.

Α­νά­μεσα σε αυ­τές, ο­ρί­στη­κε ο κο­ντός των ση­μαιών ι­διω­τών, γρα­φεί­ων και κα­τα­στημά­των να μη φέ­ρει σταυ­ρό, α­ντί­θε­τα με τις ση­μαί­ες των δη­μό­σιων, δη­μο­τι­κών, εκπαι­δευ­τι­κών και στρα­τιω­τι­κών αρ­χών. Στο άρ­θρο 9, ό­μως, κα­ταρ­γού­νται οι δια­τά­ξεις των προ­η­γού­με­νων ε­τών (1967, 1969, 1971, 1973, 1975), με α­πο­τέ­λε­σμα, ο Νό­μος 48/1975 και το ΠΔ 515/1975 να κα­ταρ­γη­θούν, α­ντί να συ­μπλη­ρω­θούν, και μα­ζί κα­ταρ­γή­θη­κε η πρώ­τη ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α, ό­πως εί­χε κα­θο­ρι­στεί α­πό την Α΄ Ε­θνι­κή Συ­νέ­λευ­ση της Ε­πιδαύ­ρου και εί­χε πα­ρα­μεί­νει α­ναλ­λοί­ω­τη σχε­δόν για 156 χρό­νια, δια­μέ­σου δεσπο­τι­σμού, μο­ναρ­χί­ας, βα­σι­λεί­ας, δι­κτα­το­ρί­ας και δη­μο­κρα­τί­ας.

Το 1980, με το Προ­ε­δρι­κό Διά­ταγ­μα 348/17-4-1980, κα­θο­ρί­στη­καν λε­πτο­με­ρώς οι προ­δια­γρα­φές για την κα­τα­σκευ­ή πο­λε­μι­κών ση­μαιών. Κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γί­α, με­τά το 1978 χρη­σι­μο­ποιεί­ται πιο α­πα­λό γα­λά­ζιο για τις ελ­λη­νι­κές ση­μαί­ες (σε σύγκρι­ση με τις χου­ντι­κές).

 

Βι­βλιο­γρα­φί­α

1. ‘‘Έκ­θε­σις της Πο­λε­μι­κής Ι­στο­ρί­ας των Ελ­λή­νων (δύ­ο τό­μοι)’’, έκ­δο­ση Αρ­χη­γεί­ου Ε­νό­πλων Δυ­νά­με­ων, Γε­νι­κό Ε­πι­τε­λεί­ο Ε­θνι­κής Α­μύ­νης, Α­θή­να 1970.
2. Δη­μή­τρης Κ. Αγ­γε­λής, εκ­δό­σεις ,‘‘Ελ­λη­νι­κή Ση­μαί­α (480 π.Χ. - 2000 μ.Χ.) ’’, Προ­σκή­νιο, Α­θή­να 2001.
3.  Νι­κό­λα­ος Ζα­φει­ρί­ου ‘‘Η Ελ­λη­νι­κή Ση­μαί­α α­πό τους αρ­χαί­ους χρό­νους μέ­χρι σή­με­ρα’’, εκ­δό­σεις Ε­λεύ­θε­ρη Σκέ­ψις, Α­θή­να 2001.
4. Ιω­άν­νης Μα­ζα­ρά­κης-Αι­νιάν, ‘‘Η ι­στο­ρί­α της Ελ­λη­νι­κής Ση­μαί­ας’’, Πο­λι­τι­στι­κό Ί­δρυ­μα Τρα­πέ­ζης Κύ­πρου, Λευ­κω­σί­α 1996.
5. ‘‘Ι­στο­ρί­α του Ελ­λη­νι­κού Στρα­τού (1821-1997) ’’, Διεύ­θυνση Ι­στο­ρί­ας Στρα­τού, Γε­νι­κό Ε­πι­τε­λεί­ο Στρα­τού, Α­θή­να 1997.
6. «Ι­στο­ρι­κά», έν­θε­τα της ε­φη­με­ρί­δας «Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α» (κάθε Πέ­μπτη), α­πό το 1999 μέ­χρι και σή­με­ρα.
7. ‘‘ Με­γά­λη Α­με­ρι­κα­νι­κή Ε­γκυ­κλο­παί­δεια, εκ­δό­σεις Κων­στα­ντί­νου Εμ­μα­νου­ήλ-Δ. Κι­τσιά, Α­θή­να 1970.
8. ‘‘Ο σύμ­βου­λος των νέ­ων, Νέ­α, παι­δι­κή και σχο­λι­κή Ε­γκυ­κλο­παί­δεια ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη’’, Γιάν­νης Κού­χτσο­γλου, εκ­δό­σεις Ά­τλας, Α­θή­να 1966.
9. Πε­ριο­δι­κό Focus
, τεύ­χος 33 (Α­θή­να, Νο­έμ­βριος 2002), σ. 28-34, άρ­θρο της Ε­λέ­νης Μαυ­ρού­λη.
10. Πε­ριο­δι­κό Η Θη­τεί­α σή­με­ρα, τεύ­χος 81 (Α­θή­να, Δε­κέμ­βριος 2001), σσ. 58-61, άρ­θρο της Δνσης Ι­στο­ρί­ας Στρα­τού του ΓΕΣ.
11. Πε­ριο­δι­κό Ι­χώρ, τεύ­χος 19 (Α­θή­να, Μάρ­τιος 2002), σσ. 6-23, άρ­θρο του Γιώργου Τσα­γκρι­νού και τεύ­χος 28 (Α­θή­να, Δε­κέμ­βριος 2002), σσ. 6-13 άρ­θρο του Ευάγγε­λου Μπε­ξή.
12. Ιω­άν­νης Μα­ζα­ρά­κης-Αι­νιάν ,‘‘Ση­μαί­ες Ε­λευ­θε­ρί­ας’’, , Ι­στο­ρι­κή και Ε­θνο­λο­γι­κή Ε­ται­ρεί­α της Ελ­λά­δος, Α­θή­να 1996.
13. Στρα­τιω­τι­κή Ε­πι­θε­ώ­ρη­ση, τεύ­χος 3/2002 (Μά­ιος-Ιού­νιος), σ. 32-47, άρ­θρο του Βα­σί­λειου Μα­λι­σιό­βα.
14. Γε­ώρ­γιος Μπελ­δέ­κος, ‘‘Τάγ­μα­τα Α­ρι­στεί­ας και Στρα­τιω­τικά Με­τάλ­λια της Ελ­λά­δος’’, Γε­ώρ­γιος Μπελ­δέ­κος, Πο­λε­μι­κό Μου­σεί­ο, Α­θή­να 1991.

Πνευ­μα­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα ©Α­λέ­ξαν­δρος-Μι­χα­ήλ Χα­τζη­λύ­ρας.