Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Άγιο Όρος

Εκτύπωση


Το Άγιο Όρος εί­ναι η α­να­το­λι­κό­τερη α­πό τις τρεις χερ­σο­νή­σους της Χαλ­κι­δι­κής, που ε­κτεί­νο­νται στε­νό­μα­κρες και λο­ξές προς το Αι­γαί­ο πέ­λα­γος : δυ­τι­κά η Κασ­σάν­δρα, στη μέ­ση η Σι­θω­νί­α και α­να­το­λι­κά το Ά­θως. Βρί­σκε­ται με­τα­ξύ του Σιγ­γη­τι­κού κόλ­που και του Θρα­κι­κού Πε­λά­γους και έ­χει μή­κος πε­ρί­που 43 χλμ, πλά­τος 8-10 χλμ, έ­κτα­ση 360 πε­ρί­που τ.χλμ, και  μή­κος α­κτών  που φθά­νει  τα  115 χλμ.
 

Η ε­πέ­κτα­ση της χερ­σο­νή­σου εί­ναι ο­φιο­ει­δής και η δια­μόρ­φω­σή της α­πό ψη­λά μοιά­ζει με ψα­ρο­κόκ­κα­λο. Στην αρ­χή, βό­ρεια, το έ­δα­φος πα­ρου­σιά­ζει μι­κρές πε­διά­δες και χα­μη­λούς λο­φί­σκους. Κα­θώς ό­μως προ­χω­ρεί νό­τια σχη­μα­τί­ζε­ται έ­να πλήθος α­πό κο­ρυ­φές που σι­γά σι­γά γί­νο­νται πιο ψη­λές για να κα­τα­λή­ξουν στο γυ­μνό και α­πό­το­μο ό­ρος  Ά­θως, που ξε­περ­νά τα 2.000 μ. α­πό την ε­πι­φά­νεια της θά­λασ­σας. Το α­πό­το­μο των α­κτών της χερ­σο­νή­σου συ­νε­τέ­λε­σε στην δια­μόρ­φω­ση πο­λυά­ριθ­μων α­κρω­τη­ρί­ων και κολ­πί­σκων.

 

Ιστορία του Αγίου Όρους.

Γύ­ρω α­πό την ο­νο­μα­σί­α και την πα­λαιό­τε­ρη ι­στορί­α του Ό­ρους υ­πάρ­χουν πολ­λοί και διά­φο­ροι θρύ­λοι και πα­ρα­δό­σεις. Οι αρ­χαί­οι ο­νό­μα­ζαν την χερ­σό­νη­σο «Α­κτή». Το ό­νο­μα Ά­θως (λέ­ξη σί­γου­ρα προ­ελ­λη­νι­κή) α­νή­κε σε κά­ποιο Θρα­κιώ­τη γί­γα­ντα που κα­τά μια ά­πο­ψη έ­ρι­ξε ό­λο αυ­τό το πέ­τρι­νο ό­γκο ε­να­ντί­ον του θε­ού Πο­σει­δώ­να σε μί­α σύ­γκρου­ση κα­τά την αρ­χαιό­τη­τα με­τα­ξύ θε­ών και γι­γά­ντων ή κα­τά άλ­λη ά­πο­ψη ο Πο­σει­δώ­νας νι­κη­τής έ­θα­ψε κά­τω α­πό το μεγά­λο βρά­χο τον ε­πα­να­στά­τη γί­γα­ντα.

Η ι­στο­ρί­α του Ά­θω πα­ρα­μέ­νει σκο­τει­νή κα­τά τους πρώ­τους αιώ­νες. Οι πη­γές μι­λά­νε για διά­φο­ρα “πο­λί­σμα­τα” – κω­μο­πό­λεις – που υ­πήρ­χαν ε­δώ ό­πως Σά­νη, Θύσ­σος, Κλε­ω­ναί, Δί­ον, Ο­λό­φυ­ξος, Α­κρό­θω­οι, Α­πολ­λω­νί­α, των ο­ποί­ων ό­μως δεν έχει κα­θο­ρι­στεί η α­κρι­βής θέ­ση τους.

Στον στε­νό λαι­μό, που σχη­μα­τί­ζε­ται στην αρ­χή της χερ­σο­νή­σου, ο Ξέρ­ξης προ­σπά­θη­σε να δη­μιουρ­γή­σει διώ­ρυ­γα, ε­νώ­νο­ντας τον Στυ­μω­νι­κό με τον Σιγ­γη­τι­κό κόλ­πο, για να πε­ρά­σει τα πλοί­α του, κα­τά την εκ­στρα­τεί­α του ε­να­ντί­ον της Ελ­λά­δος (481πΧ), θυ­μού­με­νος την κα­τα­στρο­φή που εί­χε υ­πο­στεί χρό­νια πριν (492πΧ), όταν με τον Μαρ­δό­νιο, προ­σπά­θη­σε να δια­πλεύ­σει την χερ­σό­νη­σο. Σή­με­ρα, ί­χνη της διώ­ρυ­γας, σώ­ζο­νται με­τα­ξύ των χω­ριών Ν.Ρό­δα και Ου­ρα­νού­πο­λη.

 

Μοναχισμός στο Άγιο Όρος.

Μο­να­χι­σμός εί­ναι η α­πάρ­νη­ση των ε­γκό­σμιων κι ο πε­ριο­ρι­σμός του αν­θρώ­που σε ε­ρη­μι­κά μέ­ρη για την σω­τη­ρί­α της ψυ­χής του και την κα­τά το δυ­να­τό έ­νω­σή του με το Θε­ό. Στον Χρι­στια­νι­σμό εμ­φα­νί­στη­κε α­πό τις αρ­χές του 4ου αιώ­να σαν μια α­ντί­δρα­ση στην κοι­νω­νι­κή δια­φθο­ρά της ε­πο­χής ε­κεί­νης.

Τα ι­δα­νι­κά του μο­να­χι­κού βί­ου, αυ­τά στα ο­ποί­α δί­δει ι­σό­βιο όρ­κο ο κά­θε μο­να­χός, εί­ναι η παρ­θε­νί­α, η α­κτη­μο­σύ­νη και η υ­πα­κο­ή που κα­τορ­θώ­νο­νται με συνε­χή σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή ά­σκη­ση και εξ ο­λο­κλή­ρου α­φο­σί­ω­ση στο Θε­ό.
Τα πρώ­τα μο­να­στι­κά κέ­ντρα δη­μιουρ­γή­θη­καν στην Αί­γυ­πτο, Συ­ρί­α, Μ.Α­σί­α και αρ­γό­τε­ρα στην Πα­λαι­στί­νη και την Κων/πολη. Απ’ ό­λα αυ­τά σώ­ζο­νται σή­με­ρα μό­νο με­ρι­κά μο­να­στή­ρια με πο­λύ λί­γους μο­να­χούς. Μό­νο στον Ά­θω ε­πέ­ζη­σε μέ­χρι σή­με­ρα έ­να με­γά­λο μο­να­στι­κό κέ­ντρο που α­πο­τέ­λε­σε και α­πο­τε­λεί α­κό­μη την Α­κρό­πο­λη της Ορ­θο­δο­ξί­ας. Εί­ναι το μο­να­δι­κό μο­να­στικό κέ­ντρο του ο­ποί­ου η ι­στο­ρί­α πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­νε­χής και α­διά­σπα­στη για πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό χί­λια χρό­νια.

Σύμ­φω­να με μί­α πα­ρά­δο­ση η Θε­ο­τό­κος με τον Ευαγ­γε­λι­στή Ιω­άν­νη, πα­ρα­πλέ­ο­ντας στον Άθω, ό­ταν πή­γαι­ναν να ε­πι­σκε­φθούν το Λά­ζα­ρο στην Κύ­προ, α­πο­βι­βά­στη­καν, ύ­στε­ρα α­πό φο­βε­ρή θα­λασ­σο­τα­ρα­χή, στο χώρο ό­που βρί­σκε­ται σή­με­ρα η μο­νή Ι­βή­ρων. Ε­κεί η Πα­να­γί­α στα­μά­τη­σε για λί­γο και, θαυ­μά­ζο­ντας το ω­ραί­ο το­πί­ο, ζή­τη­σε α­πό τον  Υ­ιό της να της πα­ρα­χω­ρή­σει ό­λο το Ό­ρος ως δώ­ρο, πα­ρό­λο που οι κά­τοι­κοί του, τό­τε,  λά­τρευαν τα εί­δω­λα. Τό­τε α­κού­στη­κε μια φω­νή που έ­λε­γε «Έ­στω ο τόπος αυ­τός κλή­ρος σας και πε­ρι­βό­λαιον σον και παρά­δει­σος, έ­τι δε και λι­μήν σω­τή­ριος των θε­λό­ντων σω­θή­ναι». Έ­τσι κα­θιερώ­θη­κε το Αγ. Ό­ρος σαν «κλή­ρος και πε­ρι­βό­λι» της Πα­να­γί­ας. Α­πό τους πρώ­τους κιό­λας βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους συ­γκέ­ντρω­σε πολ­λούς μο­να­χούς και γι’ αυ­τό ο­νο­μά­στη­κε ό­λη η χερ­σό­νη­σος Ά­γιο Ό­ρος, αρ­χι­κά α­πό τον λα­ό και αρ­γό­τε­ρα ε­πί­ση­μα α­πό το κρά­τος με ι­διαί­τε­ρο χρυ­σό­βου­λο του αυ­το­κρά­το­ρα Κων/νου Β΄ του Μο­νο­μά­χου στα μέ­σα του 11ου αιώ­να. 

Ά­γνω­στος πα­ρα­μέ­νει ο χρό­νος της πρώ­της ε­γκα­τά­στα­σης μο­να­χών στον Ά­θω κα­θώς ε­πί­σης και της δια­δό­σε­ως και α­να­πτύ­ξε­ως ε­δώ της μο­να­χι­κής ζω­ής. Οι υ­πάρ­χου­σες πλη­ρο­φο­ρί­ες, ει­δι­κά για ε­πο­χές πριν τον 9ο αιώνα, ό­χι μό­νο εί­ναι λί­γες και σπο­ρα­δι­κές, αλ­λά τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές βα­σί­ζο­νται σε θρύ­λους και πα­ρα­δό­σεις.
Πριν α­πό τον 7ο αιω. κα­μία μαρ­τυ­ρί­α δεν ε­πι­βε­βαιώ­νει την παρου­σί­α μο­να­χών στον Ά­θω. Με την κα­τά­κτη­ση ό­μως α­πό τους Ά­ρα­βες, τον 7ο αιω., της Πα­λαι­στί­νης και της Αι­γύ­πτου και ει­δι­κό­τε­ρα της ε­ρή­μου του Σι­νά, ό­που και πρω­το­εμ­φα­νί­σθη­κε ο μο­να­χι­σμός, κύ­μα­τα μονα­χών φαί­νε­ται πως κι­νή­θη­καν προς το Ό­ρος.

Η αρ­χή και η ε­πέ­κτα­ση του α­θω­νι­κού μο­να­χισμού ε­κτός α­πό γε­νι­κά, θρη­σκευ­τι­κά,  αί­τια ο­φεί­λο­νται και στους ε­ξής ι­στο­ρι­κούς λό­γους: 

  1. στην διά­λυ­ση των κω­μο­πό­λε­ων που βρί­σκο­νταν στο Ό­ρος, με α­πο­τέ­λε­σμα να μεί­νει ο τό­πος έ­ρη­μος και κα­τάλ­λη­λος για μο­να­χισμό,

  2. στην εμ­φά­νι­ση των Α­ρά­βων στις α­να­το­λι­κές κυ­ρί­ως χώ­ρες, με α­πο­τέ­λε­σμα την διά­λυ­ση των με­γά­λων μο­να­στικών κέ­ντρων που υ­πήρχαν σ’  αυ­τές,

  3. στην πο­λε­μι­κή στά­ση των αυ­το­κρα­τόρων του Βυ­ζα­ντί­ου και των κα­τοί­κων της πρω­τεύ­ου­σας ι­διαί­τε­ρα την πε­ρί­οδο της ει­κ­ονο­μα­χί­ας έ­ναντι της μο­να­χι­κής ζω­ής.

Το Άγιο Όρος μπαί­νει ε­πί­ση­μα στην Ι­στο­ρί­α, ως μο­να­στι­κό κέ­ντρο, α­πό τον 9ο αιω. Στην  σύ­νο­δο που συ­γκά­λε­σε το 843 μ.Χ. η αυ­το­κρά­τει­ρα Θε­ο­δώ­ρα, για την α­πο­κα­τά­στα­ση των ει­κό­νων, συμ­με­τεί­χαν και α­γιορεί­τες μο­να­χοί.
Κύ­ριος ι­δρυ­τής του κοι­νο­βια­κού μο­να­χι­σμού στο Ό­ρος εί­ναι ο φί­λος και  ε­ξο­μο­λο­γη­τής του αυ­το­κρά­το­ρα Νι­κη­φό­ρου Φω­κά, ό­σιος Α­θα­νά­σιος Α­θω­νί­της (925-1003),   που θε­με­λί­ω­σε πριν α­πό χί­λια χρό­νια πε­ρί­που (963) την πε­ρί­φη­μη μο­νή της Με­γί­στης Λαύ­ρας. Έ­τσι οι ξύλι­νες κα­λύ­βες α­ντι­κα­τα­στά­θηκαν α­πό με­γά­λα πέ­τρι­να κτί­ρια και ο ε­ρη­μη­τι­κός βί­ος α­πό μια ο­μα­δι­κή, ορ­γα­νω­μέ­νη ζω­ή.

Το Α΄ τυ­πι­κό του Α­γί­ου Ό­ρους (971/2 μ.Χ.) κα­θο­ρί­στη­κε α­πό τις α­πο­φά­σεις του Ιω­άν­νη Τσι­μι­σκή και ε­ξα­κο­λου­θεί να ι­σχύ­ει α­κό­μη και σή­με­ρα ως ο βα­σι­κός νό­μος που διέ­πει τα του Ά­θω. Σώζε­ται σε περ­γα­μη­νή α­πό α­γνό δέρ­μα γι’ αυ­τό λέ­γε­ται “Τρά­γος”. Σή­με­ρα    δια­τη­ρεί­ται σε κι­βώ­τιο σφρα­γι­σμέ­νο με βου­λο­κέ­ρι, με τις  σφρα­γί­δες και των εί­κο­σι μο­νών, ε­νώ­πιον των ο­ποί­ων μό­νο μπο­ρεί να α­νοί­ξει.

Τον 11ο αιώ­να, α­φού πια στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε ο κοι­νο­βια­κός βί­ος, ι­δρύ­θη­καν πολ­λά μο­να­στή­ρια (στην ου­σί­α με­γά­λα κε­λιά) και έ­φτα­σαν τα 180 και ο α­ριθ­μός των μο­να­χών ξε­πέ­ρα­σε τις 6000.

Τον 12ο αιώ­να, πε­ριο­ρί­ζε­ται η ί­δρυ­ση νέ­ων μο­να­στηριών, ε­νώ α­νυ­ψώ­νο­νται σε ο­ρι­σμέ­νες μο­νές κε­λιά. Δί­πλα στους Έλ­λη­νες μο­να­χούς έρ­χο­νται και Ί­βη­ρες, Λα­τί­νοι, Σέρ­βοι και Ρώ­σοι.

Τον 13ο αιώ­να, την πε­ρί­ο­δο της Λα­τι­νο­κρα­τί­ας (1204-1261), το Ό­ρος υ­πέ­φε­ρε ό­πως ό­λη η αυ­το­κρα­το­ρί­α α­πό τις φρά­γκι­κες ε­πι­δρομές και τις σταυ­ρο­φο­ρί­ες.

Τον 15ο αιώ­να, το Ά­γιο Όρος περ­νά μια α­πό τις πιο κα­λές και ει­ρη­νι­κές πε­ριό­δους της ζω­ής του, ώ­σπου με την ά­λωση της Θεσ­σα­λο­νί­κης (1430) και της Κων­στα­ντινού­πο­λης (1453) υ­πο­δου­λώ­νε­ται στους Τούρ­κους. Οι μο­να­χοί στον Ά­θω πρό­σφε­ραν την υ­πο­τα­γή τους στον Μου­ράτ Β΄ και σε α­ντάλ­λαγ­μα αυ­τός τους α­να­γνω­ρίζει τις ι­διο­κτη­σί­ες των μο­να­στη­ριών, πράγμα που ε­πι­κυ­ρώ­νει ο Μω­ά­μεθ ο Β΄ ο Πορ­θη­τής αρ­γό­τε­ρα. Έ­τσι ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται κα­τά κά­ποιο τρό­πο η αυ­το­νο­μί­α στον Ά­θω, που ο­δη­γεί σε σχε­τι­κή ευ­η­με­ρί­α και αύ­ξη­ση των μο­να­χών (ι­διαί­τερα με Σέρ­βους).

Με τον και­ρό οι με­γά­λοι ό­μως φό­ροι και δη­μεύ­σεις των κτη­μά­των του α­πό τις τουρ­κι­κές αρ­χές δη­μιούρ­γη­σαν με­γά­λη οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Αυ­τό έ­γι­νε αι­τί­α να εμ­φα­νι­στεί στο Ό­ρος ο ι­διόρ­ρυθ­μος βί­ος, ο ο­ποί­ος γε­νι­κεύ­θη­κε στις αρ­χές του 18ου αιώ­να και ε­φαρ­μό­σθη­κε ως λύ­ση α­νά­γκης. Προ­στά­τες και δω­ρη­τές του Α­γί­ου Ό­ρους α­να­δει­κνύ­ο­νται αυ­τόν τον και­ρό οι η­γε­μό­νες των πα­ρα­δου­νά­βιων χωρών της Ουγ­γα­ρί­ας και Μολ­δο­βλα­χί­ας και οι Τσά­ροι της Ρω­σί­ας αρ­γό­τε­ρα.

Ε­δώ α­ξί­ζει να α­να­φερ­θεί η θε­τι­κή προ­σφο­ρά και συ­μπα­ρά­στα­ση του Ό­ρους στο υ­πο­δου­λω­μένο Γέ­νος σ’ ό­λη τη διάρ­κεια της Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Ει­δι­κά στον 17ο και 18ο αιώνα έ­γι­νε το πνευ­μα­τι­κό κέ­ντρο των Ελ­λή­νων και η ε­στί­α των λό­γιων και σο­φών κι έ­δω­σε στο έ­θνος μορ­φω­μέ­νους άν­δρες, πα­τριάρ­χες, ε­πι­σκό­πους, ιε­ρείς, δασκά­λους και ιε­ρο­κή­ρυ­κες.
Την Πα­ρα­σκευ­ή 2 Νοεμ­βρί­ου 1912, μοί­ρα του ελ­λη­νι­κού στό­λου(«Πάνθηρ», «Ιέ­ραξ», «Θύ­ελ­λα», με ε­πι­κε­φα­λής το θω­ρη­κτό «Α­βέ­ρωφ») α­πε­λευ­θέ­ρω­σε το Άγιο Όρος. 

 

Το Άγιο Όρος Σήμερα. 

Λέ­γο­ντας «μο­να­στή­ρι» ή «μο­νή», εν­νο­ού­με έ­να θρη­σκευ­τι­κό κα­θί­δρυ­μα, έ­να χώ­ρο-κτί­σμα που ζει μί­α μο­να­χι­κή (ή μο­να­στι­κή) κοι­νό­τη­τα-ο­μά­δα, με σα­φείς κα­νό­νες λει­τουρ­γί­ας.Στο Ά­γιο Ό­ρος σή­με­ρα υ­πάρ­χουν και λει­τουρ­γούν 20 συ­νολι­κά μο­νές, που με σει­ρά ιε­ραρ­χί­ας εί­ναι:

    
Η γε­ω­γρα­φι­κή θέ­ση των Μο­νών  εί­ναι :α.  Δυ­τι­κή α­κτή :β.  Α­να­το­λι­κή α­κτή: Ο α­ριθ­μός αυ­τός εί­ναι στα­θε­ρός και σύμ­φω­να με τον Κα­τα­στα­τι­κό χάρ­τη του Α­γί­ου Ό­ρους α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η ί­δρυ­ση άλ­λης μο­νής.    
    
    
Οι μο­νές εί­ναι κυ­ρί­αρ­χες και αυ­το­διοί­κη­τες: δεν υπά­γο­νται σε κα­μιά άλ­λη πο­λι­τι­κή ή εκ­κλη­σια­στι­κή αρ­χή. (με το Πα­τριαρ­χεί­ο έ­χουν μό­νο πνευ­μα­τι­κή και ό­χι διοι­κη­τι­κή ε­ξάρ­τη­ση). Χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται «βα­σι­λι­κές» για­τί ε­πι­κυ­ρώ­θη­καν με αυ­το­κρα­το­ρι­κό χρυ­σό­βου­λο έγ­γρα­φο, «πα­τριαρ­χι­κές» για­τί συν­δέ­θηκαν πνευ­μα­τι­κά με το Πα­τριαρ­χεί­ο με πα­τριαρ­χι­κό συγ­γί­λιο, και «σταυ­ρο­πη­για­κές» για­τί στα θε­μέ­λια τους το­πο­θετή­θη­κε σταυ­ρός α­πό τον Πα­τριάρ­χη.
 
         
  
  Το έ­δα­φος του Α­γί­ου Ό­ρους έ­χει χω­ρι­στεί α­ντί­στοι­χα σε 20 γε­ω­γρα­φι­κές πε­ριο­χές και στις 20 μο­νές α­νή­κουν ό­λοι οι άλλοι μο­να­στι­κοί οι­κι­σμοί που βρί­σκο­νται σ’ αυ­τές τις πε­ριο­χές. Μό­νο οι Κα­ρυές ό­που μέ­νουν οι αρ­χές της α­γιο­ρεί­τι­κης πο­λι­τεί­ας δια­τη­ρούν την α­νε­ξαρ­τη­σί­α τους.

 

Οι Μονές στό Άγιο Όρος.

Οι μο­νές μέ­χρι πρό­σφα­τα δια­κρί­νο­νταν σε ΚΟΙ­ΝΟ­ΒΙΕΣ κι Ι­ΔΙΟΡ­ΡΥΘ­ΜΕΣ. Η δια­φο­ρά α­νά­με­σά τους εί­ναι ό­τι στις κοι­νό­βιες ό­λα εί­ναι κοι­νά (στέ­γη, ερ­γα­σί­α, φα­γη­τό, προ­σευ­χή) ε­νώ στις ι­διόρ­ρυθ­μες ε­κτός α­πό την στέ­γη και την προ­σευ­χή που ε­πί­σης εί­ναι κοι­νά η ερ­γα­σί­α και το φα­γη­τό ρυθ­μί­ζο­νται σε γε­νικές γραμ­μές α­πό τους ί­διους τους μο­να­χούς.

Στις κοι­νό­βιες μο­νές η νο­μο­θε­τι­κή ε­ξου­σί­α α­σκεί­ται α­πό την «γε­ρο­ντί­α» (α­ριθ­μός μο­να­χών) ε­νώ η ε­κτε­λε­στι­κή α­πό τον «η­γού­με­νο» (πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας της μο­νής) βο­η­θού­με­νο α­πό το «η­γου­με­νο­συμ­βού­λιο»  και ο ο­ποί­ος ε­κλέ­γε­ται ι­σό­βια α­πό ό­λους τους μο­να­χούς που έ­χουν συ­μπλη­ρώ­σει έ­ξι χρό­νια μο­να­χι­σμού και εί­ναι του­λά­χι­στον 40 ετών.
Στις ι­διόρ­ρυθ­μες η νο­μο­θε­τι­κή ε­ξου­σί­α α­σκεί­ται α­πό το «συμ­βού­λιο των προ­ϊ­στα­μέ­νων» (ι­σό­βιοι) και η ε­κτε­λε­στι­κή α­πό 2 – 3 μέ­λη του συμ­βου­λί­ου (που ε­κλέ­γο­νται για έ­να χρό­νο). Σή­με­ρα το σύ­νο­λο των Μο­νών εί­ναι κοι­νο­βια­κές.

 

Άλ­λα κα­θι­δρύ­μα­τα  στον Ά­θω:

Σκή­τες: μο­να­στι­κά ι­δρύ­μα­τα που βρί­σκο­νται στο έ­δα­φος κυ­ρί­αρ­χης μο­νής με πρά­ξη της ο­ποί­ας έ­χουν  α­νε­γερ­θεί ύ­στε­ρα α­πό έ­γκρι­ση της Ιε­ράς Κοι­νό­τη­τας και ε­πι­κύ­ρω­ση του Πα­τριάρχη. Εί­ναι αυ­το­κυ­βέρ­νη­τες, ό­μως οι κυρί­αρ­χες μο­νές έ­χουν  δι­καιώ­μα­τα ε­πά­νω τους, γι΄αυ­τό ο α­ριθ­μός τους εί­ναι στα­θε­ρός. Εί­ναι συ­νο­λι­κά 12 και δια­κρίνο­νται σε: κοι­νό­βιες (4)  που ε­ξω­τε­ρι­κά (κτιρια­κά) δί­νουν την ε­ντύ­πω­ση μο­νών και ι­διόρ­ρυθ­μες (8) που έ­χουν την μορ­φή συ­νοι­κι­σμού ή χω­ριού και α­πο­τε­λούνται α­πό τις «κα­λύ­βες».

Kε­λιά: Ευ­ρύ­χω­ρα μο­ναστι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα, σαν α­γρο­τι­κά σπί­τια πολ­λών δω­μα­τί­ων, με να­ό εν­σω­μα­τω­μέ­νο. Σ΄αυ­τά δια­βιεί ο­μά­δα 2 – 3 ή πε­ρισ­σο­τέ­ρων μο­να­χών. Εί­ναι ε­ξαρ­τώμε­να α­πό μο­νή.

Κα­λύ­βες: Οι­κο­δο­μές μικρό­τε­ρες α­πό τα κε­λιά με εν­σω­μα­τω­μένο να­ό χω­ρίς γε­ωρ­γι­κή έ­κτα­ση.

Κα­θί­σμα­τα: Μι­κρά κτίσμα­τα κο­ντά στην μο­νή που α­νή­κουν. Μέ­νει μό­νο έ­νας μο­να­χός με με­γά­λη πνευ­μα­τι­κή στάθ­μη.
Η­συ­χα­στή­ρια ή α­σκη­τήρια ή α­σκη­τα­ριά: Βρί­σκο­νται σε ε­ρη­μικούς, δύ­σβα­τους και α­πό­κρη­μνους τό­πους, κυ­ρί­ως στο νό­τιο μέ­ρος της χερ­σο­νή­σου (μι­κρές κα­λύ­βες ή διαρ­ρυθ­μι­σμέ­νες σπη­λιές). 

 

1          Με­γί­στης Λαύ­ρας 11    Κα­ρα­κά­λου
2          Βα­το­πεδί­ου      12    Φι­λο­θέ­ου
3          Ι­βή­ρων 13    Σί­μω­νος Πέ­τρας
4          Χε­λαν­δα­ρί­ου     14    Α­γί­ου Παύ­λου
5          Διο­νυσί­ου         15    Σταυ­ρο­νι­κή­τα
6          Κου­τλου­μου­σί­ου           16    Ξε­νο­φώ­ντος
7          Πα­ντοκρά­το­ρος 17    Γρη­γο­ρί­ου
8          Ξη­ρο­ποτά­μου 18    Ε­σφιγ­μέ­νου
9          Ζω­γράφου        19    Α­γί­ου Πα­ντε­λε­ή­μο­νος
10         Δο­χειαρί­ου 20    Κων­στα­μο­νί­του

            

 

 

 

 

 

 

 

Διοίκηση του Αγιου Όρους.            

Τα του Α­γί­ου Ό­ρους ρυθ­μί­ζει ο Κα­τα­στα­τι­κός Χάρ­της του 1924 που ε­πι­κυ­ρώ­θη­κε με Ν.Δ. το 1926. Τη νο­μο­θε­τι­κή ε­ξου­σί­α ασκεί η «Ιε­ρά Σύ­να­ξη» που α­πο­τε­λείται α­πό 20 μέ­λη: έ­ναν η­γού­με­νο ή προ­ϊ­στά­με­νο α­πό κά­θε μο­νή και συ­νέρ­χε­ται στις Κα­ρυές 2 φο­ρές τον χρό­νο (σπά­νια γί­νε­ται σύ­να­ξη α­πό 40 μέ­λη: «¨Ε­κτα­κτος Δι­πλή» ή «Δι­σε­νιαύ­σιος»).
 

Την διοι­κη­τι­κή ε­ξουσί­α α­σκεί η «Ιε­ρά Κοι­νό­της» που α­πο­τε­λεί­ται α­πό 20 α­ντι­προ­σώ­πους (1 α­πό κάθε μο­νή) που ε­κλέ­γο­νται την 1η Ια­νουα­ρί­ου για έ­να χρό­νο και μέ­νουν στις Κα­ρυές. Συ­νε­δριά­ζουν τα­κτι­κά δύ­ο φο­ρές ε­βδο­μα­διαί­ως και για α­παρ­τί­α α­παι­τού­νται τα 2/3 των μελών.
Την ε­κτε­λε­στι­κή ε­ξου­σί­α α­σκεί η «Ιε­ρά Ε­πι­στα­σί­α» που α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρα μέ­λη. Α­πό τα πρό­σω­πα αυ­τά ο α­ντι­πρό­σω­πος της πρώ­της στη τά­ξη μο­νής προ­ε­δρεύ­ει στην «Ιε­ρά Ε­πι­στα­σί­α» και λέ­γε­ται «πρώ­τος» ή «πρω­τε­πι­στά­της». Δικαί­ω­μα ε­κλο­γής Πρώ­του έ­χουν οι μο­νές Λαύ­ρας, Βα­το­πε­δί­ου, Ι­βή­ρων, Χε­λαν­δα­ρί­ου και Διο­νυ­σί­ου. Η ε­κλο­γή γί­νε­ται την 1η Ιου­νί­ου για έ­ναν χρό­νο. Τα μέ­λη εί­ναι ί­σα και οι α­πο­φά­σεις παίρ­νο­νται  κα­τά πλειο­ψη­φί­α.

Στις Κα­ρυές ε­πί­σης ε­δρεύ­ει ο πο­λι­τι­κός διοι­κη­τής Α­γί­ου Ό­ρους που υ­πά­γε­ται στο Υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών, φέ­ρει βαθ­μό νο­μάρ­χη και εί­ναι υ­πεύ­θυ­νος για την πι­στή ε­φαρ­μο­γή του Κα­τα­στα­τι­κού Χάρ­τη και γε­νι­κά για την τά­ξη και την α­σφά­λεια.

 

Η  ζωή των μοναχών στο Ά­γιο Ό­ρος, υ­πο­λο­γί­ζε­ται σύμ­φω­να με το βυ­ζα­ντι­νό ρο­λό­ι, που τρο­πο­ποιείται α­νά­λο­γα με την κά­θε ε­πο­χή, ώ­στε με την δύ­ση του η­λί­ου να έ­χου­με πά­ντα «00:00» ώ­ρα. Το η­με­ρο­νύ­κτιο εί­ναι χω­ρι­σμέ­νο σε 3 ο­κτά­ω­ρα α­φιε­ρω­μέ­να το κα­θέ­να στην προ­σευ­χή, ερ­γα­σί­α και α­νά­παυ­ση. Για λό­γους ι­στο­ρι­κούς και πα­ρα­δο­σια­κούς χρη­σι­μο­ποιεί­ται το ιου­λια­νό η­με­ρο­λό­γιο (δια­φο­ρά 13 η­με­ρών α­πό το Γρη­γο­ρια­νό, που ε­φαρ­μό­ζε­ται σ΄ό­λη την Ελ­λά­δα).Η προ­σευ­χή των μο­να­χών εί­ναι ο­μα­δι­κή (α­κο­λου­θί­ες στο κε­ντρι­κό να­ό ή πα­ρεκ­κλή­σια) και ι­διω­τι­κή. Ό­λες σχε­δόν οι α­κο­λου­θί­ες γί­νο­νται την νύ­κτα, ό­ταν ο άν­θρω­πος στον κό­σμο ξε­κου­ρά­ζε­ται ή δια­σκε­δά­ζει. Βά­ση της ι­διω­τι­κής προ­σευχής α­πο­τε­λεί η μο­νο­λό­γι­στη, α­διά­λει­πτη ευ­χή «Κύ­ριε Ι­η­σού Χρι­στέ, Υ­ιέ Θε­ού, ε­λέ­η­σόν με, τον α­μαρ­τω­λό», πολ­λές  φο­ρές με χρή­ση κομ­βο­σχοι­νί­ου.Οι μο­να­χοί σή­με­ρα πε­ρί­που 1.300 στις μο­νές α­να­λαμ­βά­νουν τα διά­φο­ρα δια­κο­νή­μα­τα που τους ανα­θέ­τουν οι προ­ϊ­στά­με­νοί τους. Με­ρι­κά α­πό αυ­τά εί­ναι:

1. Πυ­λω­ρός ή πορ­τά­ρης: μέ­νει σε ι­διαί­τε­ρο δω­μά­τιο μέ­σα α­πό την μεγά­λη πύ­λη της μο­νής, ε­λέγ­χει τα δια­μο­νη­τή­ρια των ε­πι­σκε­πτών και
    τους ο­δη­γεί στο αρ­χο­ντα­ρί­κι.

2. Αρ­χο­ντά­ρης: δί­νει φα­γη­τό στους προ­σκυ­νη­τές και φρο­ντί­ζει για τον ύ­πνο τους.

3. Κω­δω­νο­κρού­στης ή κα­μπα­νά­ρης: χτυ­πά­ει το σή­μα­ντρο και τις κα­μπά­νες.

4. Εκ­κλη­σιάρ­χης: υ­πεύ­θυ­νος για την προ­ε­τοι­μα­σί­α του να­ού.

5. Βη­μα­τά­ρης: φυ­λά­ει τα ά­για λεί­ψα­να στο ιε­ρό βή­μα και τα ε­πιδει­κνύ­ει  στους προ­σκυ­νη­τές.

6. Τρα­πε­ζά­ρης: υ­πεύ­θυ­νος για την προ­ε­τοι­μα­σί­α της τρά­πε­ζας.

7. Μά­γει­ρας.

8. Μά­γκι­πας: φούρ­να­ρης.

9. Δο­χειάρ­χης: δια­χει­ρι­στής στο δο­χεί­ο, δη­λα­δή στην α­πο­θή­κη.

10. Νο­σο­κό­μος.

11. Γη­ρο­κό­μος.

12. Βι­βλιο­φύ­λαξ: έ­χει τα κλει­διά της βι­βλιο­θή­κης.

13. Σκευο­φύ­λαξ: υ­πεύ­θυ­νος για το σκευο­φυ­λά­κιο.

14.Προ­σμο­νά­ριος: φρο­ντί­ζει ό­που υ­πάρ­χει θαυ­μα­τουρ­γή ει­κό­να της Πα­να­γί­ας για το πα­ρεκ­κλή­σι της και την ει­κό­να, ψάλ­λει τις πα­ρα­κλή­σεις και δέ­χεται τις προ­σφο­ρές των προ­σκυ­νη­τών.

15.Βορ­δο­νά­ρης ή χα­τλάρης: φρο­ντί­ζει τους στά­βλους και τα ζώ­α της μονής.16.Αρ­σα­νά­ρης: υ­πεύ­θυ­νος για τον αρ­σα­νά της μο­νής. Η τρο­φή των  μο­να­χών  εί­ναι    λι­τή και πε­ριο­ρί­ζε­ται συ­νή­θως στο ψω­μί, λά­δι, κρα­σί, ε­λιές, ό­σπρια, λα­χα­νι­κά. Το κρέ­ας λεί­πει ε­ντε­λώς. Οι α­σκη­τές στην έ­ρη­μο πε­ρι­μέ­νουν α­πό τους πε­ρα­στι­κούς να τους στεί­λουν ή να τους α­φή­σουν κά­τι. Συ­νή­θως πα­ξι­μά­δια και κα­μιά ε­λιά.  

 

 

Μετάβαση στο Άγιο Όρος.

 Η εί­σο­δος στο  Ά­γιο Ό­ρος ε­πι­τρέ­πε­ται, μό­νο με την έκ­δο­ση ει­δι­κού εγ­γρά­φου, του «Δια­μο­νη­τη­ρί­ου», κα­τό­πιν έ­γκαι­ρης συ­νεν­νό­η­σης  με την Ιερά Κοι­νό­τη­τα, (μέ­σω του Γρα­φεί­ου Κοι­νού), για προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο τό­πο, χρό­νο και διάρ­κεια ε­πι­σκέ­ψε­ως.Το Ά­γιο Ό­ρος συ­γκοι­νω­νια­κώς εί­ναι α­πο­μο­νω­μέ­νο α­πό τον κό­σμο. Δεν υ­πάρ­χει ο­δι­κή αρ­τη­ρί­α που να το συν­δέ­ει με τον κό­σμο και το μόνο μέ­σο συ­γκοι­νω­νί­ας με αυ­τό εί­ναι το πλοί­ο. Υπάρ­χουν δύ­ο δρο­μο­λό­για, το πρώ­το με α­φε­τη­ρί­α την Ιε­ρισ­σό προς τα μο­να­στή­ρια της α­να­το­λι­κής πλευ­ράς και το δεύ­τε­ρο με α­φε­τη­ρί­α την Ου­ρα­νού­πο­λη προς τα μο­να­στή­ρια της δυ­τι­κής πλευ­ράς έ­ως την Δάφ­νη και α­πό εκεί έ­ως την σκή­τη της Α­γί­ας Άν­νας.

Ο συ­νη­θέ­στε­ρος τρόπος προ­σπε­λά­σε­ως εί­ναι α­πό την Ουρα­νού­πο­λη προς το λι­μά­νι της Δάφ­νης (2ω­ρο τα­ξί­δι) και α­πό κει στις Κα­ρυές και στο ε­σω­τε­ρι­κό της χερ­σο­νή­σου. Στο λι­μά­νι της Δάφ­νης υ­πάρ­χει τε­λωνεί­ο και α­στυ­νο­μι­κό τμή­μα για να ε­νερ­γούν έ­λεγ­χο των ε­πι­σκε­πτών. Ε­πί­σης υ­πάρ­χει ο πα­ρα­δο­σια­κός «Α­θω­νο­φύ­λαξ», («σερ­δά­ρης») ο ο­ποί­ος φο­ρά­ει ά­σπρη φου­στα­νέ­λα και μαύ­ρο σκού­φο μ’ έ­να δι­κέ­φα­λο α­ε­τό και στο χέρι κρα­τά­ει ρά­βδο.

 Α­πό την Δάφ­νη ξε­κι­νά ο μο­να­δι­κός δη­μό­σιος α­μα­ξι­τός δρό­μος του Α­γί­ου Ό­ρους, ο ο­ποί­ος φθά­νο­ντας στις Κα­ρυές και α­πό κει στο λι­μά­νι της μο­νής Ι­βή­ρων χω­ρί­ζει το Ό­ρος εγκαρ­σί­ως. Υ­πάρ­χουν βέ­βαια ε­σω­τε­ρι­κοί χω­μά­τι­νοι δρό­μοι για την με­τα­φο­ρά ξυ­λεί­ας α­πό τα δάση στα λι­μά­νια, την με­τα­φο­ρά δια­φό­ρων ε­φο­δί­ων ή υ­λι­κών, κα­θώς και μο­νο­πά­τια πε­ζής ε­πι­κοι­νω­νί­ας των Μονών. 

 

Η τέχνη στο Άγιο Όρος.

Ο Ά­θως εί­ναι η πλού­σια πα­ρα­κα­τα­θή­κη της βυ­ζα­ντι­νής τέ­χνης ό­πως εκ­φρά­ζε­ται με την α­γιο­ρεί­τι­κη αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, ζω­γρα­φι­κή και μι­κρο­τε­χνί­α. Και τα τρί­α αυ­τά εί­δη α­ντι­προ­σω­πεύ­ο­νται α­πό έ­να πλή­θος έρ­γων που φέ­ρουν γνή­σια τη σφρα­γί­δα της βυ­ζα­ντι­νής τε­χνο­τρο­πί­ας και κα­τα­πλήσ­σουν με την υ­ψη­λή ποιό­τη­τά τους. 

Ό­λα τα μο­να­στή­ρια του Α­γί­ου Ό­ρους και οι κοι­νό­βιες σκή­τες λόγω της φρου­ρια­κής δια­τά­ξε­ως δί­νουν ε­ξωτε­ρι­κά την ε­ντύ­πω­ση μιας ε­νό­τη­τας που θυ­μί­ζει μι­κρή ο­χυ­ρω­μέ­νη πο­λι­τεί­α της με­σαιω­νι­κής ε­πο­χής. Το αρ­χι­τε­κτο­νι­κό τους σχή­μα εί­ναι το τυ­πι­κό σχή­μα του βυ­ζα­ντι­νού μο­να­στη­ρια­κού τύ­που. Ο λό­γος που υ­πα­γό­ρευ­σε μια τέ­τοιου εί­δους κα­τασκευ­ή ή­ταν η α­νά­γκη για ά­μυ­να των μο­να­χών α­πέ­να­ντι στους πολ­λούς και διά­φο­ρους ε­ξω­τε­ρι­κούς ε­χθρούς.

Έ­τσι έ­χου­με έ­ναν πε­ρί­βο­λο που ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται με την μορ­φο­λο­γί­α του ε­δά­φους και εί­ναι συ­νή­θως τε­τρά­πλευ­ρος ή πε­ρί­που τε­τρά­πλευ­ρος ή πο­λυ­γω­νι­κός. Πρό­κει­ται για κα­νο­νι­κό, υ­ψη­λό και ι­σχυ­ρό τεί­χος ε­νι­σχυ­μέ­νο κα­τά διαστή­μα­τα με πυρ­γί­σκους, ε­πάλ­ξεις, πο­λε­μί­στρες και κα­τα­χύ­τρες ή ζε­μα­τί­στρες, κα­θώς και έ­να μεγά­λο και ε­πι­βλη­τι­κό πύρ­γο στο υ­ψη­λό­τε­ρο ή το πιο α­δύ­να­το ση­μεί­ο της μο­νής. Ο α­μυ­ντι­κός πύρ­γος χρη­σί­μευε σαν πα­ρα­τηρη­τή­ριο και τε­λευ­ταί­ο κα­τα­φύ­γιο των μο­να­χών σε πε­ρί­πτω­ση πο­λιορ­κί­ας τους. Οι πύρ­γοι αυ­τοί εί­ναι συ­νή­θως πο­λύ ψη­λοί και πο­λυώ­ρο­φοι με ξύ­λι­να πα­τώ­μα­τα, με πα­ρεκ­κλή­σι στον τε­λευ­ταί­ο ό­ρο­φο και δε­ξα­με­νή νε­ρού στο ι­σό­γειο.

Υ­πάρ­χει μια και μο­να­δι­κή εί­σο­δος, στη μέ­ση της μιας πλευ­ράς του πε­ρι­βό­λου των μο­νών, με δύ­ο πύ­λες σε μι­κρή α­πό­στα­ση η μια α­πό την άλ­λη, έ­τσι που να δη­μιουρ­γεί­ται α­νά­με­σά τους έ­να πέ­ρα­σμα (δια­βα­τικό). Οι πύ­λες αυ­τές κλεί­νουν με βα­ριές ξύ­λι­νες πόρ­τες ε­πεν­δυ­μέ­νες με σι­δε­ρέ­νιες λά­μες και α­σφα­λί­ζουν α­πό μέ­σα με μία χο­ντρή ξύ­λι­νη δο­κό, το «ζυ­γό». Ο ει­δι­κός  για το δια­κό­νη­μα αυ­τό μο­να­χός, ο «πυ­λω­ρός» ή «πορ­τά­ρης», μέ­νει σε ι­διαί­τε­ρο κε­λί μέ­σα α­πό την εί­σο­δο, τις κλεί­νει κά­θε βρά­δυ, λί­γο με­τά τη δύ­ση του η­λί­ου και τις α­νοί­γει ξα­νά το πρω­ί με το ξη­μέ­ρω­μα. Ο­ρι­σμέ­να μο­να­στή­ρια δια­θέ­τουν και μια δεύ­τε­ρη μι­κρή πόρ­τα, την «πα­ρα­πυ­λί­δα» ή «πα­ρα­πόρ­τι» που βρί­σκε­ται σε άλ­λο ση­μεί­ο του πε­ρί­βο­λου και η ο­ποί­α γί­νο­νταν για α­μυ­ντι­κούς λό­γους (ο­δη­γού­σε στο βου­νό και στον κή­πο του μο­να­στη­ριού).

Με­τά την κύ­ρια εί­σο­δο των μο­να­στη­ριών α­πλώ­νε­ται μπρο­στά τους η με­γά­λη αυ­λή τους που συ­νή­θως εί­ναι πλα­κό­στρω­τη ο­λό­κλη­ρη ή μέ­ρος της.Στο μέ­σο της αυ­λής βρί­σκε­ται πά­ντα το κα­θο­λι­κό και σε άλ­λα ση­μεί­α της, η φιά­λη, η τρά­πε­ζα, πα­ρεκ­κλή­σια, κρή­νες ή διά­φο­ρα άλ­λα κτί­ρια.

«Κα­θο­λι­κό» ή «κα­θολι­κός να­ός», ο­νο­μά­ζε­ται ο κε­ντρι­κός να­ός των μο­να­στη­ριών. Βρί­σκε­ται στην πιο τι­μη­τι­κή θέ­ση, ε­λεύ­θε­ρο α­πό πα­ντού, συ­νή­θως στην μέ­ση της αυ­λής. Σχε­δόν ό­λα τα κα­θο­λι­κά του Α­γί­ου Ό­ρους α­κο­λου­θούν έ­να ι­διαίτε­ρο αρ­χι­τε­κτο­νι­κό τύ­πο που κα­λεί­ται “α­γιο­ρεί­τι­κος” και που βα­σι­κά α­νά­γε­ται στο σύν­θε­το τε­τρα­κιόνιο με τρούλ­λο να­ό της σχο­λής της Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως.
Ο α­γιο­ρεί­τι­κος να­ός κρύ­βει μέ­σα του ό­λη την υ­περ­βα­τι­κό­τη­τα του χώ­ρου των α­θω­νι­κών μο­να­στη­ριών και α­ντανα­κλά την βαθ­μιαί­α και κο­πια­στι­κή πο­ρεία των μο­να­χών στην πνευ­μα­τι­κή τους ζω­ή.
Ε­ξω­τε­ρι­κά τα κα­θο­λικά εμ­φα­νί­ζο­νται τα πε­ρισ­σό­τε­ρα βαμ­μέ­να με έ­να κόκ­κι­νο υ­δρό­χρω­μα και με­ρι­κά με πλιν­θο­πε­ρί­βλη­τη τοι­χο­ποι­ί­α. Ως προς τη στέ­γα­σή τους ό­λα τα κα­θο­λι­κά εί­ναι μο­λυβο­σκέ­πα­στα με το με­γά­λο τρού­λο στο κε­ντρι­κό μέ­ρος της στέ­γης και με πολ­λούς άλ­λους δευ­τε­ρεύ­ο­ντες γύ­ρω απ’ αυ­τόν. Ε­κτός α­πό τον κα­θο­λι­κό να­ό κά­θε μο­νή δια­θέ­τει έ­να ση­μα­ντι­κό α­ριθ­μό α­πό πα­ρεκ­κλήσια, σε διά­φο­ρα ση­μεί­α μέ­σα στον χώ­ρο της.Με­τά το κα­θο­λι­κό ερ­χό­μα­στε στην τρά­πε­ζα. Βρί­σκε­ται συνή­θως κο­ντά και α­πέ­να­ντι α­πό το κα­θο­λι­κό, προς τα δυ­τι­κά. Προ­ο­ρί­ζε­ται για να χωρέ­σει πολ­λούς μο­να­χούς και προ­σκυ­νη­τές γι’ αυ­τό κα­τά κα­νό­να εί­ναι πο­λύ ευ­ρύ­χω­ρη. Ως προς το σχή­μα της πα­ρου­σιά­ζει αυ­τό του σταυ­ρού ή ε­νός κεφα­λαί­ου «Τ» και α­πο­λή­γει στο βά­θος σε μί­α κόγχη, ό­που βρί­σκε­ται, λί­γο υ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη, η θέ­ση του ηγού­με­νου. Στην τρά­πε­ζα υ­πάρ­χει έ­νας άμ­βω­νας ή α­να­λό­γιο απ’ ό­που ο α­να­γνώ­στης μο­να­χός δια­βά­ζει διά­φο­ρα α­να­γνώ­σμα­τα κα­τά την διάρ­κεια του φα­γη­τού. Κο­ντά στην τρά­πε­ζα εί­ναι η εστί­α ή μα­γει­ρεί­ο, το «μα­γκι­πεί­ο ή αρ­το­ποιεί­ο», το «δο­χεί­ο ή δο­χειό»  και το κελά­ρι. Σε κά­ποιο άλ­λο ση­μεί­ο της αυ­λής βρί­σκε­ται η «φιά­λη», που χρη­σι­μεύ­ει για την τέ­λε­ση του α­για­σμού των υ­δά­των κά­θε πρω­το­μη­νιά και στην γιορ­τή των Θε­ο­φα­νί­ων. Οι φιά­λες έ­χουν συ­νή­θως κά­το­ψη κυ­κλι­κή ή πο­λυ­γω­νι­κή και σχη­μα­τί­ζο­νται α­πό έ­να κομ­ψό πε­ρι­στύ­λιο. Τα άλ­λα πο­λυώ­ρο­φα οι­κο­δο­μή­μα­τα των μο­να­στη­ριών εν­σω­μα­τώ­νο­νται ε­σω­τε­ρι­κά στον πε­ρίβο­λο και βλέ­πουν προς την πλευ­ρά της αυ­λής. Εί­ναι κα­τα­σκευα­σμέ­να σε δια­φο­ρε­τι­κές χρο­νι­κές πε­ριό­δους και έ­τσι εκ­προ­σω­πούν διάφο­ρες αρ­χι­τε­κτο­νι­κές τά­σεις χω­ρίς ό­μως να έ­χει αλ­λά­ξει η γε­νι­κή κτι­ριο­λο­γι­κή τους διά­τα­ξη. Τα άλ­λα κτί­ρια ό­που στε­γά­ζο­νται οι πα­τέ­ρες, τα κε­λιά, σχη­μα­τί­ζουν μί­α ή δύ­ο σει­ρές α­πό δω­μά­τια («κόρ­δες»), μπρο­στά α­πό τα ο­ποί­α υ­πάρ­χει έ­νας πλα­τύς διά­δρο­μος. Συνή­θως εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­να στον πε­ρί­βο­λο, με την ό­ψη τους προς την αυ­λή. Τα παρά­θυ­ρα και τα μπαλ­κό­νια – «ε­ξώ­στες» ή «α­πλω­τα­ριές» –, που βλέ­πουν σή­με­ρα προς τα έ­ξω, α­πο­τε­λούν με­τα­γε­νέ­στε­ρες κα­τα­σκευές. Στα κοι­νόβια μο­να­στή­ρια, κά­θε μο­να­χός έ­χει στην διά­θε­σή του, έ­να μό­νο τέ­τοιο δω­μά­τιο, με πο­λύ μι­κρές δια­στά­σεις, έ­να τρα­πε­ζά­κι με κά­θι­σμα και έ­να κρε­βά­τι, ε­νώ στα ι­διόρ­ρυθ­μα έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα και συ­νε­χό­με­να (έ­τσι που πολ­λές φο­ρές δια­μορ­φώ­νο­νται σε κα­νο­νι­κά δια­με­ρίσμα­τα). Στις «κόρ­δες» βρί­σκε­ται το «αρ­χο­ντα­ρί­κι» (ο ξε­νώ­νας της μο­νής), το «συ­νο­δι­κό» (για την υ­πο­δο­χή ε­πι­σή­μων και τις συνά­ξεις) και το «η­γου­με­νεί­ο». 

Τέ­λος σε κά­ποιο ση­μεί­ο στην αυ­λή σαν α­νε­ξάρ­τη­τα κτί­ρια ή ενσω­μα­τω­μέ­νοι στον πε­ρί­βο­λο της μο­νής υ­ψώ­νο­νται και οι πύρ­γοι των  κω­δω­νο­στασί­ων.
Έ­ξω α­πό τη μο­νή, συ­νή­θως, μπο­ρού­με να δια­κρί­νου­με έ­να ξύ­λι­νο πε­ρί­πτε­ρο («κιό­σκι») για την ά­φι­ξη των ε­πι­σκε­πτών, το κοι­μη­τή­ριο με έ­να πα­ρεκ­κλή­σι και το ο­στε­ο­φυ­λά­κιο, ό­που φυ­λάσ­σο­νται τα ο­στά ό­λων ό­σων έ­χουν μο­νά­σει στην μο­νή.Κά­τι α­κό­μα που δεν θα έ­πρε­πε να πα­ρα­λεί­ψου­με εί­ναι οι «αρ­σα­νά­δες» ή ταρ­σα­νά­δες. Εί­ναι τα λι­μα­νά­κια, που χρη­σι­μεύ­ουν για να προ­σα­ρά­ζουν τα πλοιά­ρια της συ­γκοι­νω­νί­ας, ή το πλοιά­ριο που τυ­χόν έ­χει η μο­νή.

Α­ντί­θε­τα με τη ζω­γρα­φι­κή, η γλυ­πτι­κή στο Ά­γιο Ό­ρος πα­ρου­σιά­ζε­ται πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Έ­τσι τα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά έρ­γα της υ­πά­γο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο στα αρ­χιτε­κτο­νι­κά γλυ­πτά και εί­ναι κί­ο­νες, κιο­νό­κρα­να, ε­πι­θή­μα­τα και θω­ρά­κια. Στα κιο­νό­κρα­να δια­κρί­νου­με πολ­λούς τύ­πους, ε­νώ με­ρι­κά, που προ­έρ­χο­νται α­πό δεύ­τε­ρη χρή­ση θε­ω­ρού­νται πο­λύ εν­δια­φέ­ρο­ντα. Το ί­διο πα­ρα­τη­ρεί­ται και στους, πο­λύ­χρω­μους, συ­νή­θως, κί­ο­νες, τους ο­ποί­ους συ­να­ντού­με σε νε­ώ­τε­ρα αρ­χαί­α μνη­μεί­α. Τα θω­ρά­κια εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­να κυ­ρί­ως στις φιά­λες του α­για­σμού έ­ξω α­πό τα καθο­λι­κά στις αυ­λές των μο­να­στη­ριών. 

Ακόμα εί­ναι γνω­στό ό­τι την κυ­ριό­τε­ρη έκ­φρα­ση της βυ­ζα­ντινής τέ­χνης α­πο­τε­λεί η βυ­ζα­ντι­νή ζω­γρα­φική, με την υψη­λή αι­σθη­τι­κή της α­ντί­λη­ψη και το υ­περ­κό­σμιο με­γα­λεί­ο της. Το Ά­γιον Ό­ρος, το με­γα­λύ­τε­ρο καλ­λι­τε­χνι­κό κέ­ντρο α­πό την ε­πο­χή α­κό­μα των Πα­λαιο­λό­γων και μέ­χρι τα χρό­νια της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, συνέ­χι­σε, αλ­λά  και συ­νε­χί­ζει α­κό­μη, στον το­μέ­α αυ­τό, την πα­λιό­τε­ρη γνή­σια βυ­ζα­ντι­νή πα­ρά­δο­ση.

Α­ντί­θε­τα με τον αρ­χι­τε­κτο­νι­κό τύ­πο των κα­θο­λι­κών, που, ό­πως εί­δα­με, εί­ναι ο­μοιό­μορ­φος και μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί «α­γιο­ρεί­τι­κος», η ζω­γρα­φι­κή στον Ά­θω συμ­βα­δί­ζει με τα διά­φο­ρα καλ­λι­τε­χνι­κά ρεύ­μα­τα της κά­θε επο­χής. Πολ­λοί ζω­γρά­φοι ήρ­θαν ε­δώ α­πό διά­φο­ρα μέ­ρη, κα­τά την βυ­ζα­ντι­νή και με­τα­βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δο και ερ­γά­στηκαν σε αρ­κε­τά α­θω­νι­κά μνη­μεί­α, πολ­λά α­πό τα οποί­α σώ­ζο­νται μέ­χρι σή­με­ρα. 
Ω­στό­σο δεν μπο­ρού­με να α­πο­κλεί­σου­με και το γε­γο­νός, ό­τι το Ά­γιον Ό­ρος πα­ρου­σί­α­σε και δι­κούς του α­γιο­γρά­φους και έ­γι­νε, α­πό μό­νο του, έ­να σπου­δαί­ο κέ­ντρο α­γιο­γρα­φί­ας.
Oι ε­σω­τε­ρι­κές ε­πι­φά­νειες των πε­ρισ­σό­τε­ρων κα­θο­λι­κών, σε ό­λη την έ­κτα­σή τους, κα­θώς ε­πί­σης και πολ­λών πα­ρεκ­κλη­σί­ων και των τρα­πε­ζών εί­ναι κα­τα­γρα­φές α­πό τοι­χο­γρα­φί­ες. Το ί­διο πα­ρα­τη­ρεί­ται και στις Σκή­τες με το «Κυ­ρια­κό» τους και σε άλ­λους μι­κρό­τε­ρους να­ούς.
Τα ει­κο­νο­γρα­φι­κά θέμα­τα το­πο­θε­τού­νται σε αλ­λε­πάλ­λη­λες ζώ­νες και χω­ρί­ζο­νται με­ταξύ τους, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, με πλαί­σια, έ­τσι ώ­στε να φαί­νο­νται σαν ι­διαί­τε­ροι πί­να­κες. Πρώ­τα πρώ­τα το­πο­θετού­νται οι πα­ρα­στά­σεις των με­μο­νω­μέ­νων α­γί­ων, ο­σί­ων και α­σκη­τών κα­τό­πιν σκη­νές α­πό τη ζω­ή και τα πά­θη του Χρι­στού και το βί­ο της Θε­ο­τό­κου. Πιο πά­νω οι τέσ­σε­ρις Ευαγ­γε­λι­στές, (α­πό τους οποί­ους ο Ιω­άν­νης και ο Ματ­θαί­ος στα α­να­το­λι­κά, για­τί μι­λά­νε α­ντί­στοι­χα για τη θεί­α και αν­θρώ­πι­νη φύ­ση του Χρι­στού), και με­τά στο βά­θος, δη­λα­δή στη κόγ­χη του ιε­ρού βή­μα­τος η Θε­ο­τό­κος – Πλα­τυ­τέρα –, η θεί­α λει­τουρ­γί­α, η κοι­νω­νία των α­πο­στό­λων και οι με­γά­λοι πα­τέ­ρες της εκ­κλη­σί­ας. Τέ­λος στον τρού­λο έ­χου­με, στο τύ­μπα­νο την πα­ρά­στα­ση της Δε­ή­σε­ως, αγ­γέ­λους και προ­φή­τες, και στο ε­σω­τε­ρι­κό του, στο πιο ψηλό ση­μεί­ο του να­ού, (που συμ­βο­λί­ζει τον ου­ρα­νό), το Χρι­στό Πα­ντο­κρά­τορα.
Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα μνη­μεί­α του Ά­θω α­να­και­νί­σθηκαν στις διά­φο­ρες ε­πο­χές με α­πο­τέ­λε­σμα να εμ­φα­νί­ζουν σή­με­ρα μί­α ή και πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­πι­ζω­γρα­φή­σεις, α­νά­λο­γα με τις ε­πι­διορ­θώ­σεις και τις επι­σκευές τους.
Οι πα­λιό­τε­ρες τοι­χογρα­φί­ες, που σώ­ζο­νται στο Ά­γιο Όρος, χρο­νο­λο­γού­νται α­πό το 12ο αιώ­να.
 Μπο­ρού­με να ξε­χω­ρίσου­με στη ζω­γρα­φι­κή δύ­ο τά­σεις, που α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν α­ντί­στοι­χα δύ­ο ε­πο­χές. Η μί­α έ­χει σχέ­ση με τη λε­γό­με­νη «Μα­κε­δο­νι­κή σχο­λή», (Παν­σέ­λη­νος), ενώ η άλ­λη, πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ντη­ρη­τι­κή, με τη «Κρη­τι­κή σχο­λή», (Θε­ο­φά­νης).
Η δυ­τι­κή τε­χνο­τρο­πία, με­τά την κυ­ριαρ­χί­α της στα Ε­πτά­νη­σα και σε άλ­λες πε­ριο­χές της Ελ­λά­δος, έ­φτα­σε και στον Άθω και ε­πη­ρέ­α­σε κά­πως την τέ­χνη του, ι­δί­ως τους τε­λευ­ταί­ους αιώ­νες της Τουρ­κο­κρα­τί­ας.Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια οι α­γιο­ρεί­τες ζω­γρά­φοι, στους πολ­λούς α­γιο­γρα­φι­κούς οί­κους που λει­τουρ­γούν τη στιγ­μή αυ­τή στο Ό­ρος, άρχι­σαν να ε­πι­στρέ­φουν στα πα­λιά βυ­ζα­ντι­νά πρό­τυ­πα. 
Τέ­λος θα πρέ­πει να α­να­φέ­ρου­με και τα ε­ντοί­χια ψη­φι­δω­τά στο κα­θο­λι­κό της μο­νής Βα­το­πε­δί­ου. Μο­να­δι­κά στο εί­δος τους αυ­τά τα ψη­φι­δω­τά χρο­νο­λο­γού­νται στα χρό­νια των Πα­λαιο­λό­γων και θε­ω­ρού­νται πά­ρα πο­λύ α­ξιό­λο­γα.

Στο Ά­γιο Ό­ρος υ­πάρ­χουν πο­λυά­ριθ­μες φο­ρη­τές ει­κό­νες α­πό την βυ­ζα­ντι­νή μέ­χρι την ση­με­ρι­νή ε­πο­χή. Εί­ναι κα­τα­σκευα­σμέ­νες πά­νω σε ξύ­λο (σανί­δι), φυ­λάσ­σο­νται μέ­σα σε ει­δι­κούς χώ­ρους και στα σκευο­φυ­λά­κια των μο­να­στη­ριών ή βρί­σκονται δια­σπαρ­μέ­νες στα κα­θο­λι­κά και τα πα­ρεκ­κλή­σια του Ό­ρους. Έ­να με­γά­λο πο­σο­στό α­πό αυ­τές έ­χουν ως θέ­μα την Θε­ο­τό­κο, που τι­μά­ται ι­διαί­τε­ρα α­πό τους α­γιο­ρεί­τες μο­να­χούς, και θε­ω­ρού­νται α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα κει­μή­λια των α­θω­νι­κών μο­να­στη­ριών. Πολ­λές ει­κό­νες χρο­νολο­γού­νται στην ε­πο­χή των τε­λευ­ταί­ων αυ­το­κρα­τό­ρων του Βυζα­ντί­ου, των Πα­λαιο­λό­γων.
Στο Ά­γιον Ό­ρος κυ­κλο­φο­ρούν διά­φο­ρες πα­ρα­δό­σεις για πολ­λές ει­κό­νες σχε­τικά με την κα­τα­σκευ­ή τους, τον ερ­χο­μό τους ε­κεί, τις προ­σω­νυ­μί­ες τους και ι­διαί­τε­ρα τις θαυ­μα­τουρ­γι­κές τους ι­διό­τη­τες. Ως προς την κα­τα­σκευ­ή τους, με­ρι­κές ει­κό­νες, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως α­χει­ρο­ποί­η­τες ή α­πο­δί­δο­νται στον Ευαγ­γε­λι­στή Λου­κά. Ως προς τον ερ­χο­μό τους στον Ά­θω οι μονα­χοί δι­η­γού­νται πολ­λές ι­στο­ρί­ες και θρύ­λους, ό­τι δη­λα­δή αυ­τές ήρ­θαν ε­δώ ως δω­ρε­ές α­πό διά­φο­ρες κα­τευ­θύν­σεις και κυρί­ως α­πό την Πό­λη, και μά­λι­στα κα­τά θαυ­μα­τουρ­γι­κό τρό­πο : τις πε­ρισ­σό­τερες φο­ρές, λέ­νε, ό­τι έ­φτα­σαν σε κά­ποια α­κτή του Ό­ρους τα­ξι­δεύ­ο­ντας πά­νω στα κύ­μα­τα, ό­που τις έ­ρι­ξαν οι πρώ­τοι κά­το­χοί τους, για να τις πε­ρι­σώ­σουν α­πό τη μα­νί­α των ει­κο­νο­μά­χων και αρ­γό­τε­ρα των αλ­λο­θρή­σκων κα­τα­κτη­τών.

Ε­κτός α­πό τις τοι­χο­γρα­φί­ες και τις φο­ρη­τές ει­κό­νες, το Ά­γιον Όρος δια­θέ­τει πά­νω α­πό 12.000 χει­ρό­γρα­φα, περγα­μη­νά, βομ­βύ­κι­να και χάρ­τι­να, και θε­ω­ρεί­ται στον το­μέ­α αυ­τό το πλου­σιό­τε­ρο α­πό ό­λες τις βι­βλιο­θή­κες του κό­σμου. Α­πό αυ­τά,  ξε­χω­ρί­ζουν τα ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να ή ι­στο­ρη­μέ­να χει­ρό­γρα­φα, που ξε­περ­νούν τα 800 και πε­ριέ­χουν πλού­σια πολ­λές φο­ρές δια­κό­σμη­ση, ι­διαί­τε­ρα τα περ­γα­μη­νά.
Τα ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να αυ­τά χει­ρό­γρα­φα χρο­νο­λο­γού­νται α­πό τον 9ο και 10ο αιώ­να και εί­ναι στην πλειο­νό­τη­τά τους θρη­σκευ­τι­κού και εκ­κλη­σια­στι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Η ει­κο­νο­γρά­φη­ση τους, α­πο­τε­λεί­ται α­πό πα­ρα­στά­σεις, ε­πί­τι­τλα, αρ­χι­κά γράμ­μα­τα και άλ­λα κο­σμή­μα­τα. Στις πα­ρα­στά­σεις περι­λαμ­βά­νο­νται οι προ­σω­πο­γρα­φίες των συγ­γρα­φέ­ων των πε­ριε­χο­μέ­νων κειμέ­νων και α­φη­γη­μα­τι­κές σκη­νές, που έ­χουν σχέ­ση με το ί­διο το κεί­με­νο ή με κά­ποια άλ­λη πη­γή έ­ξω α­πό αυ­τό. 

Στα πλού­σια σκευο­φυλά­κια των μο­να­στη­ριών φυ­λάσ­σο­νται α­ξιό­λο­γα και σπα­νιό­τα­τα α­ντι­κεί­με­να μι­κρο­γλυ­πτι­κής, πά­νω σε διά­φο­ρα υ­λι­κά, ό­πως λί­θους, ξύ­λο, ε­λε­φα­ντοστό και σμάλ­το, κα­θώς και έρ­γα με­ταλ­λουρ­γί­ας, χρυ­σο­χο­ΐ­ας, τορ­νευ­τι­κής και κε­ντη­τι­κής. Πολ­λά α­πό αυ­τά πα­ρα­μέ­νουν α­κό­μα ά­γνω­στα και α­νέκ­δο­τα. Ό­λα αυ­τά θε­ω­ρού­νται α­ριστουρ­γή­μα­τα της βυ­ζα­ντι­νής τέ­χνης στον το­μέ­α αυ­τόν.Ι­διαί­τε­ρα ό­μως στο Ά­γιον Ό­ρος α­σκή­θη­κε η ξυ­λο­γλυ­πτι­κή. Έρ­γα της εί­ναι τα θαυ­μά­σια τέ­μπλα – ει­κο­νο­στά­σια των κα­θο­λι­κών και πολ­λών πα­ρεκ­κλησί­ων (με σκη­νές, πολ­λές φο­ρές, α­πό την Πα­λαιά και Και­νή Δια­θή­κη και πλού­σια φυ­τι­κή δια­κό­σμη­ση), επί­σης α­να­λό­για, προ­σκυ­νη­τά­ρια, κι­βώ­τια, σταυ­ροί κλπ.

Η βυ­ζα­ντι­νή μι­κρο­τεχνί­α παρουσιάζει στο Άγιον Όρος πολλά και ωραία δείγματά της στους τομείς της χρυσοχοϊκής, του σμάλτου και διαφόρων πολύτιμων λίθων. Είναι ιερά σκεύη, πολύτιμα καλύμματα Ευαγγελίων, φωτοστέφανοι, που κοσμούν τις θαυματουργές και άλλες εικόνες, και θήκες ή κιβώτια χρυσά και αργυρά κοσμημένα με εικονίδια και πολύτιμους λίθους, μέσα στα οποία τοποθετούνται σταυροί, που περιέχουν Τίμιο Ξύλο (σταυροθήκες) ή άγια λείψανα (λειψανοθήκες). 

Ανάμεσα στα έργα της μικροτεχνίας περιλαμβάνονται και τα πολυτελή εκκλησιαστικά υφάσματα ή άμφια, που φυλάσσονται στα θησαυροφυλάκια όλων σχεδόν των αθωνικών μοναστηριών. Πρόκειται για πολύτιμα μεταξωτά υφάσματα – χρυσοκέντητα, αργυροκέντητα, κλπ. –, που προορίζονταν είτε για να κοσμήσουν το ιερό βήμα και παράλληλα να εξυπηρετήσουν τις τελετουργικές ανάγκες του ναού μαζί με τα άλλα ιερά σκεύη του, ή για να χρησιμεύσουν για τις βαρύτιμες, ενδυμασίες των κληρικών.

Τα υφάσματα αυτά στο Άθω συνεχίζουν αυτούσια τη βυζαντινή παράδοση με την εξαιρετική ποιότητα στην εργασία τους και την πετυχημένη επιλογή των εικονογραφικών τους θεμάτων ανάλογα με το είδος τους. Επίσης θεωρούνται πολύ αξιόλογα από την άποψη των επιγραφών τους, που μας δίνουν χρήσιμα στοιχεία για τους δωρητές, και τους τεχνίτες.

Συμπληρώνοντας τα παραπάνω θα προσθέσουμε εδώ ορισμένα ακόμη αξιόλογα και πολύτιμα κειμήλια του Αγίου Όρους. Πρώτα είναι τα πολλά τεμάχια από το Τίμιο Ξύλο και τα λείψανα αγίων που κατέχουν όλες οι αγιορείτικες μονές. Μετά, διάφορα άλλα ιερά αντικείμενα, όπως είναι τα δώρα των τριών Μάγων, το χρυσό, το λιβάνι και η σμύρνα (μονή Αγίου Παύλου), ένα καρφί (Φιλοθέου), μέρος από το ακάνθινο στεφάνι και το σάβανο (Χελανδάρι), και άλλα αντικείμενα (Βατοπέδι) που συνδέονται με την σταύρωση του Χριστού, η Τίμια Ζώνη της Θεοτόκου (Βατοπέδι) κλπ. Όλα αυτά φυλάσσονται από τους αγιορείτες πατέρες με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια και μόνο σε εξαιρετικές στιγμές τα επιδεικνύουν στους επισκέπτες για να τα προσκυνήσουν.

 

 

Συμπεράσματα.

Μετά από τη σύντομη αυτή παρουσίαση της ιστορίας, της ζωής και της τέχνης του αγιορείτικου μοναχισμού, εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς τη μεγάλη σπουδαιότητα του Αγίου Όρους και τη σημασία του για το Έθνος και την Εκκλησία.
Ο Άθως υπήρξε για τους Έλληνες η κοιτίδα των εθνικών μας παραδόσεων και το κομμάτι εκείνο της Ελλάδος, όπου διασώθηκαν για χίλια και περισσότερα χρόνια οι ελληνοχριστιανικές μας παραδόσεις, τα γράμματα και η γνήσια βυζαντινή λατρεία. Είναι η ιερή παρακαταθήκη που περιέχει άγνωστες πηγές για τους ερευνητές της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης και του ανατολικού μυστικισμού, καθώς επίσης και ένα απέραντο μουσείο με πολύτιμους ελληνικούς θησαυρούς και κειμήλια της ορθόδοξης παράδοσης.
Πιστός προμαχώνας της Ορθοδοξίας διαφύλαξε την Εκκλησία καθαρή από τις αιρέσεις, μακριά από κάθε δυτική επίδραση, και σταθερή στη γνήσια παράδοση και την παλιά εθιμοτυπία στη λατρεία. Συνεχίζει αδιάκοπα τη ζωή του Βυζαντίου, έτσι που νομίζει κανείς ότι ζει στην ίδια εκείνη βυζαντινή εποχή.
Καμιά δύναμη δεν πέτυχε ως τώρα να εκτρέψει τους μοναχούς από τη σταθερή πορεία τους για τη μακάρια αιωνιότητα, παρ΄όλες τις αντιξοότητες και τους πολλούς κινδύνους που αντιμετώπισαν, γιατί  «η δύναμίς τους εν ασθενεία τελειούται».
            Το Όρος παραμένει ένας άγιος τόπος, όπου η μορφή και ο ρυθμός της ζωής ορίζονται από τις υπερβατικές έννοιες του μυστικισμού, της νοερής προσευχής και της πέρα από τον κόσμο αυτό ζωής.
Για όλους αυτούς τους λόγους, αξίζει να επισκεφθεί το Άγιο Όρος, κάθε μελετητής ή προσκυνητής ή απλός φίλος του καλού και να ζήσει για λίγο μακριά από τον κόσμο, στον απαράμιλλο αυτό γεωγραφικό χώρο, που αποτελεί μαζί κατοικία ψυχής και τόπο προσευχής.