Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Η Γλώσσα των Ομηρικών Επων

Εκτύπωση

Η γλώσσα των ομηρικών επών.

Την γλωσσική μορφή στην οποία είναι γραμμένα τα έπη την συνιστούν ανομοιογενή χαρακτηριστικά, σε βαθμό που δεν είναι δυνατόν να αντιστοιχεί σε γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για ομιλία ή επικοινωνία σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Στα συστατικά της γλώσσας των επών αναγνωρίζονται στοιχεία ζωντανά σε αρχαίες ελληνικές διαλέκτους που η χρήση τους διαχρονικά ή διατοπικά επαληθεύτηκε σε επιγραφές (οι παλαιότερες είναι οι μυκηναϊκές), σε μεταγενέστερη ποίηση και από έμμεσες μαρτυρίες. Ανιχνεύονται όμως σε όχι μικρό ποσοστό και στοιχεία απ’ αρχής τεχνητά που την δημιουργία τους επέβαλαν και την διατήρησή τους ή την απόρριψή τους καθόριζαν οι ανάγκες της προσωδίας. Αυτά τα στοιχεία υπάγονται στα λεγόμενα «επικά» γλωσσικά φαινόμενα που συνυφαίνονται είτε με την προσωδία (π.χ., οι μετρικές εκτάσεις: είνεκα < ένFκα, μούνος) είτε με τον τρόπο γένεσης των επών (π.χ., οι στερεότυπες εκφράσεις). Η ανάμιξη όλων αυτών των στοιχείων φαίνεται, με τα σημερινά δεδομένα, επίσης τεχνητή. Γλώσσες που δεν μιλήθηκαν ποτέ και που στην υπαρκτή μορφή τους χρησιμοποιήθηκαν στον έντεχνο λόγο, ονομάζονται στη γλωσσολογία λογοτεχνικές.

Η Αρχαία ελληνική γλώσσα, αν εξαιρέσουμε τις επιγραφικές μαρτυρίες σε αγγεία, είναι γνωστή από τη μορφή της στον γραπτό λόγο: ως γλώσσα επίσημης επικοινωνίας, η οποία υφολογικά επεξεργασμένη χρησιμοποιήθηκε και στη ρητορεία, την ιστοριογραφία και την φιλοσοφία και ως λογοτεχνικές διάλεκτοι, καθεμιά τους αντίστοιχη σε ένα λογοτεχνικό είδος. Για παράδειγμα, η ελεγειακή ποίηση ανεξαρτήτως του που και από ποιόν γραφόταν ακολουθούσε τη μορφή της ιωνικής διαλέκτου στην οποία πρωτοκαλλιεργήθηκε.

Η επική διάλεκτος διαφέρει ποιοτικά από τις άλλες ελληνικές λογοτεχνικές διαλέκτους κατά το ότι στη δημιουργία της καθοριστικό ρόλο έπαιξαν όχι τόσο τα υπερτοπικά στοιχεία όσο οι διαχρονικά διαμορφωμένοι τύποι και η ενσωμάτωσή τους ή η απόρριψή τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της προσωδίας. Η στρωματική μέθοδος παρουσιάζει με απλουστευμένο τρόπο την ανάμιξη των γλωσσικών στοιχείων στην επική γλώσσα, κυρίως γιατί στηρίζεται στην παλαιότερη διαίρεση των ελληνικών διαλέκτων- διακρίνει δηλαδή κατά σειρά αιολικό, ιωνικό και αττικό στρώμα- και γιατί δεν ερμηνεύει τον ρόλο της ηχητικής εντύπωσης και του ηρωικού, μυθικού στοιχείου. Όταν και σήμερα ποιητές αλλοιώνουν το λεκτικό του προτάσσοντας στις επιλογές τους την ηχητική υφή και κάποιο νόημα των λέξεων, όχι όμως την σημασία τους, ούτε την γραμματική τους ορθότητα ή ακόμη συνταιριάζοντας λέξεις από χρονικά απομακρυσμένα «στρώματα» της γλώσσας, κάνουν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Μόνο που ο Όμηρος το έκανε παρορμητικά, άμεσα.

Με την ανάγνωση της Γραμμικής Β΄ αποκαλύφθηκαν σχέσεις μυκηναϊκής και επικής διαλέκτου: Λέξεις Ομηρικές διαπιστώθηκαν κάτω από συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β΄: φάσγανον, έλαιον, άναξ, ανάκτερος> ανάκτορον, πτόλεμος, τρίπους, δέπας, θώρακες, Αθηνά Ποτνία, Ποσειδών.

Στη νέα διαλεκτική διαίρεση της Αχαϊκής σε Βόρεια (Αιολική) και σε Νότια (Ιωνική, Αττική, Αρκαδοκυπριακή, Μυκηναϊκή των πινακίδων) η επική γλώσσα είναι μίγμα από μυκηναϊκά, ιωνικά, αττικά και αρκαδοκυπριακά στοιχεία.

Τα αρκαδοκυπριακά περιορίζονται σε λέξεις μόνον, π.χ., κασίγνητος, πτόλις. Τα ιωνικά, που είναι και τα περισσότερα, έχουν μορφολογικό χαρακτήρα και επηρεάζουν αντίστοιχα την γραμματική της επικής γλώσσας. Τα αιολικά, τέλος, σχετίζονται με φωνητικά κυρίως φαινόμενα και είναι στοιχεία που προϋπήρχαν στην Αχαϊκή.

Επιλεκτικά, τα κυριότερα γλωσσικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την γλώσσα των επών είναι:  

  • Η εκφορά ή αποσιώπηση του φωνήματος F (=/w/, αρχαία ονομασία βαυ). Το δίγαμμα  F δεν γραφόταν στην Ιωνική-Αττική στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι είχε σιγηθεί εντελώς. Βέβαιο όμως είναι ότι η εκφορά του στους χρόνους του Αρχιλόχου επέτρεπε την έκθλιψη (που είναι αποτέλεσμα της συνάντησης δύο φωνηέντων). Αντίθετα, μαρτυρείται η χρήση του σε αιολικές και δωρικές επιγραφές έως και τον 4ο αιώνα. Στην ελληνιστική εποχή το F δεν ήταν πλέον ούτε φωνητικά ούτε ορθογραφικά γνωστό και γι’ αυτό δεν σημειώνεται στη χειρόγραφη παράδοση των Ομηρικών κειμένων. Η αποκατάστασή του στις θέσεις, όπου εξέπεσε, έγινε από τον φιλόλογο Μπέντλυ (Bentley) και έλυσε πολλές ανωμαλίες, της φωνητικής, της μορφολογίας και της προσωδίας στη γλώσσα των επών, όπως:

-         Χασμωδίες, δηλαδή τη διατήρηση δύο διαδοχικών φωνηέντων χωρίς συναλοιφή στο εσωτερικό των λέξεων ή στην αρχή μιας λέξης και στο τέλος της προηγούμενής της (π.χ., Α 151: τω οι έσαν αντί : τω Fοί έσαν / Ε 816: ερέω έπος αντί : ερέω Fέπος / Α 85 : μάλα ειπέ αντί : μάλα Fειπέ.

-         Αλλοίωση της προφοράς φθόγγων, δηλαδή η έκπτωση του F δημιούργησε την ανάγκη αποκατάστασης κάποιου φωνητικού κενού, έτσι ώστε το Fιλεύς ή το Fινος να γραφούν Οιλεύς και οίνος και το βοFς να γραφεί βους.

-         Διατάραξη της κανονικής προσωδίας (του δακτυλικού εξάμετρου) με παρουσία βραχέος μετά την έκπτωση του F αντί μακρού. Η αποκατάσταση του F ρυθμίζει την ποσότητα των συλλαβών, π.χ., Γ 310: εις δίφρον Fάρνας / ι 409: οι δ’ απαμειβόμενοι Fέπεα πτερόεντα αγόρευαν (η φράση είναι στερεότυπη) /Α 108: εσθλόν δ’ ούτε τι πω Fείπες Fέπος ούτ’ ετέλεσσας.

Έχει αποδειχτεί ότι σε 3.354 χωρία των επών η αποκατάσταση του F είναι προσωδιακά αναγκαία. Αντίθετα, σε 617 άλλα χωρία η ποσότητα των συλλαβών ρυθμίζεται ανεξάρτητα από την παρουσία του F. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι τους αιολικούς τύπους δεν τους αντικαθιστούν ιωνικοί σε άλλη περίπτωση παρά μόνον αν η προσωδία εξυπηρετείται κι από τους δύο.

 Ο ίδιος ο φθόγγος είχε ημιφωνικό χαρακτήρα, ο οποίος του προσέδιδε μία ποικιλία τονικότητας και ακουστικής εντύπωσης. Πράγματι, στην πρωτότυπη αιολική μορφή τους «μετατυπώνοντας» χωρία, αποκάλυψαν οι μελετητές συνηχήσεις και παρηχήσεις που επιβεβαιώνουν την ηχητική ευελιξία του.

  • Αιολικοί τύποι προσωπικών αντωνυμιών παράλληλα με τους ιωνικούς : άμμες-ημείς, άμμε-ημάς, τύνη-συ.
  • Αιολικοί τύποι απαρεμφάτου σε -μεναι και -μεν (έμμεναι) και παράλληλοι ιωνικοί (είναι).
  • Αιολικοί τύποι (που οπωσδήποτε προέρχονται από την Αχαϊκή) της ονομαστικής ουσιαστικών σε ά (νεφεληγερέτα, Πεισιδίκα).
  • Αποκοπή των προθέσεων (από την Αχαϊκή): κάτθανε, άμ (=ανά) πεδίον.
  • Παράλληλη χρήση του ιωνικού επιτατικού ερι- και του αντίστοιχου αιολικού αρι- (π.χ., αρίγνωτος, ερίηρος).
  • Πατρωνυμικά με κατάληξη –ίων, -ίος (από την Αιολική), π.χ., Πηλείων, και παράλληλα με κατάληξη –ίδης (από την Ιωνική), π.χ., Πηλείδης.
  • Ασάφεια στη χρήση ή μη της δάσυνσης (φαινόμενο της Αιολικής είναι η ψίλωση, της Αττικής, η δάσυνση), π.χ., ηέλιος, ήμαρ, άμμες και παράλληλα ημέες, επάλμενος και παράλληλα εφέστιος.
  • Ασυναίρετοι τύποι παράλληλα με συνηρημένους. Δεν έχουν ταξινομηθεί οι περιπτώσεις της ύπαρξης ή μη συναίρεσης (το ίδιο συμβαίνει και με την συνίζηση και την κράση), έτσι ώστε να διαπιστωθούν η προέλευση και οι τάσεις αυτών των φαινομένων.
  • Η μετρική διέκταση, δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο δύο διαδοχικά όμοια φωνήεντα διατηρούνται ασυναίρετα και μεταβάλλονται σε βραχύ και μακρό αντίστοιχα, π.χ., ορόωντες, ευχετάασθαι, σαόφρων.

 

Μέτρο – Προσωδία. Το είδος του μέτρου στο οποίο είναι συντεθειμένα τα Ομηρικά έπη παραδίδεται στο σύστημα που χρησιμοποίησε ο μετρικός Ηφαιστίων (130-169 μ.Χ.) με την ονομασία δακτυλικό. Ο Αριστοτέλης το ονομάζει ηρωικόν και το χαρακτηρίζει στην Ποιητική (1459b) στασιμώτατον και ογκωδέσταστον των μέτρων («ιδιαίτερα σταθερό, ήρεμο και μεγαλοπρεπές») και κατάλληλο ιδίως για απαγγελία. Πράγματι, το εξάμετρο του Ομηρικού στίχου με τους πέντε δακτύλους και τον τελικό σπονδείο ή τροχαίο, όπου η τελευταία συλλαβή είναι αδιάφορη και η τομή μπορεί να μετακινείται από τον τρίτο πόδα (μετά την θέση) στον τέταρτο πόδα, προκαλώντας μία αντίστοιχη αυξομείωση των αντίστοιχων τμημάτων του στίχου, προσδίδει ιδιαίτερη κίνηση, σφρίγος και ένταση στο ύφος. (Για την δομή και τις παραλλαγές του δακτυλικού εξαμέτρου βλ. λ. ΜΕΤΡΙΚΗ).

 

Ειδικά το Ομηρικό εξάμετρο συνδέεται κατ’ εξοχήν με την προσωδία, δηλαδή την αναλογική χρονική διάρκεια κάθε συλλαβής κατά την προφορά και την ρυθμική συμπλοκή των συλλαβών. Αυτό έγινε ιδίως σαφές από την εποχή που ο Μίλμαν Πάρυ εφήρμοσε την μέθοδο των στερεοτύπων φράσεων στη μελέτη του εξαμέτρου (βλ. Les formulas et la metrique d’ Homere,1928). Στην τελευταία της εξέλιξη, η έρευνα ανάγει στο θέμα της προσωδίας και τα προβλήματα τα σχετικά με την προέλευση του δακτυλικού εξαμέτρου, που γενικά παρέμεναν ως σήμερα άλυτα ( ΠΡΟΣΩΔΙΑ).

 

 

 

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη
Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρα Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχω συγγράψει βιβλία ιστορικού, λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση.