Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Ο Όμηρος κι ο Κρόνος

Εκτύπωση

Ο Όμηρος κι ο Κρόνος.

«Όποιος σκέπτεται σήμερα, σκέπτεται ελληνικά, έστω κι αν δεν το υποπτεύεται». Jacqueline de Romilly.

Στις δύσκολες στιγμές ο ανθρώπινος νους ζητά από κάπου να πιαστεί. Και τότε, με έκπληξη περισσότερο παρά με ευχαρίστηση, εμείς οι Έλληνες διαπιστώνουμε ότι ένα από τα λίγα κοινά πράγματα από τα οποία οι «ξένοι» αποζητούν ενστικτωδώς να πιαστούν, είναι οι αρχαίοι πρόγονοί μας και η σκέψη τους.

Κείμενα και απόψεις που είχαν γραφεί ή εκφρασθεί σε ανύποπτες στιγμές αποκτούν αίφνης έναν ιδιαίτερο φωτισμό, καθώς επιδιώκουν να στήσουν γέφυρες με το ζοφερό παρόν. Αυτό, όμως, που για τους άλλους είναι προσπάθεια λύτρωσης για μας δεν μπορεί, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, παρά να είναι απορία για το πώς μας βλέπουν κάποιοι και οδύνη για το πόσο λίγο ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν την εικόνα.

Το δέσιμο και η προσπάθεια διατήρησης ζωντανής της επαφής με το ελληνικό πνεύμα δεν είναι μόνο πολιτιστικό, ή στενότερα ακαδημαϊκό, αίτημα. Είναι και βαθύτατα πολιτικό. Σε μια τέτοια οπτική, «οι Έλληνες» ενσαρκώνουν τις αξίες για τις οποίες η ανθρωπότητα- και πάντως σίγουρα η Δύση έχει κάθε λόγο να είναι υπερήφανη, άρα η διαπίστωση της συρρίκνωσης της επιρροής τους στον σημερινό κόσμο ισοδυναμεί με επικίνδυνη οπισθοχώρηση. Αυτή την αφετηριακή σκέψη αντιπαραβάλλουν δύο Αμερικανοί καθηγητές της κλασικής φιλολογίας, με την εμπειρική παρατήρηση ότι οι έτσι νοούμενοι «Έλληνες» είναι στις μέρες μας όλο και λιγότερο γνωστοί και δημοφιλείς. Με τρόπο μάλιστα, μετρήσιμο: στον τεράστιο όγκο κειμένων γύρω από τους αρχαίους (16.168 άρθρα μόνο για μια συγκεκριμένη χρονιά) αντιστοιχεί μια πολύ κακή ποιότητα σχολίων, ένα συνεχώς μειούμενο φοιτητικό ενδιαφέρον κι ένα ολοένα απομακρυνόμενο από τις κλασικές κατευθύνσεις πρόγραμμα πανεπιστημιακών σπουδών. Οι παρατηρήσεις αυτές, που αφορούν κατ’ αρχήν την Αμερική, ισχύουν φαντάζομαι για όλο τον κόσμο και σε κάθε περίπτωση για την Ελλάδα. Η ταύτιση του αρχαιοελληνικού πνεύματος με ένα ολιστικό ήθος ανεξιθρησκείας, διαλόγου, κριτικής και ορθολογικής στάσης, πουθενά ίσως αλλού από όπου στη χώρα που το γέννησε δεν διαψεύδεται σε τέτοιον βαθμό από μια πραγματικότητα κλειστών οριζόντων, στρουθοκαμηλισμού, χρησιμοθηρίας και πολιτισμικής ένδειας. Για τους άντρες και τις γυναίκες που θαυμάζουν, οι Αμερικανοί καθηγητές λένε ότι «σκέφτονται και ενεργούν σαν Έλληνες», κάτι που δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει ν’ αναρωτηθούμε πού πήγαν σήμερα τέτοιου είδους Έλληνες.

Πιο πολύ λοιπόν από τις εξηγήσεις που δίνονται στο βιβλίο για το «ανυπέρβλητο της ελληνικής σκέψης» (μέσα από συχνά συναρπαστικές αναφορές στην Αντιγόνη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια), πιο πολύ κι από τους λόγους για τους οποίους στις μέρες μας, κατά τους συγγραφείς, «σκοτώθηκε ο Όμηρος» (ιδεοληπτικός μοντερνισμός, θεωρητική αερολογία, ισοπεδωτική πολύ-πολιτισμικότητα, τρόπος διδασκαλίας των αρχαίων και γενικότερη εκπαιδευτική δομή), την προσοχή του Έλληνα αναγνώστη φοβούμαι πως αποσπά αυτό που ποτέ δεν λέγεται- ίσως γιατί οι συγγραφείς δεν το ξέρουν ή δεν τολμούν να το πιστέψουν, κι όμως καλύπτει, ως αίσθηση, τα πάντα. Πώς τα καταφέραμε εμείς οι ίδιοι οι απόγονοι των αρχαίων, οι κάτοικοι του τόπου και συνεχιστές της σκέψης τους, να έχουμε τόσο ριζικά διαρρήξει σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής μας (πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής, γλωσσικής, προσωπικής) το νήμα με τα στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς: τη σημασία της «πόλεως», τη διάκριση καλού-κακού, τη συνύπαρξη και ομοθυμία λόγου και πράξης, την αναζήτηση της αλήθειας, τη δικαίωση του μέτρου;

Μάταια οι ελληνιστές μας προτρέπουν τους φοιτητές τους, στα πλαίσια ενός εν πολλοίς ουτοπικού προγράμματος για την έξοδο από το φαύλο κύκλο, να επισκέπτονται την Ελλάδα, αν θέλουν να νιώσουν το πνεύμα της. Το πνεύμα αυτό θα μπορούσαμε να τους πληροφορήσουμε, με ίσα ποσοστά σκληρότητας κι απόδοσης δικαιοσύνης, δεν κατοικεί πια εδώ. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Ή, μήπως, ειδικά για τους ξένους που επισκέπτονται τη χώρα μας, το πνεύμα αυτό είναι ακόμα απτό ή τουλάχιστον, χάρις στη ζωογόνο αφέλεια του μη αυτόχθονα και αυθυποβολή του ανθρώπου που αγαπά, είναι ακόμα αισθητό; Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί η αμείωτη έλξη που συνεχίζει να ασκεί σε έναν ορισμένου είδους προϊδεασμένο επισκέπτη το ελληνικό τοπίο και η ταύτισή του με έναν πνευματικό τόπο; Το συναίσθημα που προκαλεί η ανάγνωση της εντύπωσης του ξένου ταξιδιώτη από μια πατρίδα που αγαπάμε αλλά που καθημερινά μας πληγώνει- «αναψυχή, ειρήνη και φως» -χαρίζει στην αρχή κάποια ανάταση, αλλά σύντομα παίρνει το πάνω χέρι η πίκρα. Η δοκιμασία αυτογνωσίας που πέρασε στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 ο Άγγλος λόγιος και περιηγητής κλασικός φιλόλογος και ιερωμένος αρχαιολόγος και ποιητής Πήτερ Λήβι είναι συγκινητική, αλλά και σαν απόμακρη για τον σημερινό Έλληνα αναγνώστη. Φυσικά το νιώθεις- κι ας το ξεχάσαμε εμείς -πως στον τόπο μας «όλη η πραγματικότητα είναι ιστορική». Φυσικά είναι αλήθεια- κι ας μην το είχαμε παρατηρήσει -πως στην Ελλάδα «ο ουρανός δεν είναι μπλε χρώμα, αλλά μπλε φως». Φυσικά ισχύει ότι «τα καλύτερα ελληνικά γραπτά είναι αγνά σαν χυμός λεμονιού»- το πρόβλημα είναι πως είναι ακόμα πιο δυσεύρετα. Φυσικά, υπάρχει -σιωπηλός ωστόσο- ο τύπος του «καλού Έλληνα», όπως τον λέω εγώ, ο σημερινός Γιώργης Παυλόπουλος (δυσκολότερα θα βρεις τον σημερινό Γκάτσο), ο ποιητής φίλος του Σεφέρη τη μέρα που δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, ο Σεφέρης πέθανε. Η Μάρω έκοψε τα ωραία της μαλλιά και τα πέταξε στον τάφο του»), με το ζεστό χαμόγελο, την εξυπνάδα του φωτισμένη από τη μετριοφροσύνη και τη φιλία του εγγυημένη για μια ζωή. Όμως, αυτές είναι στιγμές σπάνιες πια, όχι αιχμές του συλλογικού βίου, δώρα της τύχης χαμένα στον άμορφο σωρό των καθημερινών μας εμπειριών. Μόλις έπεσε η χούντα, ο Λήβι, σαν δείγμα αγάπης για τον τόπο που είχε ξαναβρεί την ελευθερία του, αλλά και έρωτα για τον άνθρωπο που θα συντρόφευε από δω και πέρα τη ζωή του, ξαναταξίδεψε, με τα πόδια, έως τον Λόφο του Κρόνου, αυτό το καταπληκτικό μέρος με τα πεύκα, πάνω από την Ολυμπία. Ελάχιστοι από εμάς που τον διαβάζουμε σήμερα γνωρίζαμε καν την ύπαρξη αυτού του λόφου. Ο δικός μας Κρόνος έχει πια φάει τα παιδιά του.

«ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ», τεύχος 140, 10 Νοεμβρίου 2001.

 

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη
Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας το 1967. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης Ιστορία-Αρχαιολογία με ειδίκευση στην Ιστορία. Πήρα Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ' τη Φιλοσοφική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου και από το 1992 διδάσκω στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχω συγγράψει βιβλία ιστορικού, λογοτεχνικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Παράλληλα, ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και την ποίηση.