Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Θεοδόσιοι Βυζαντίου

Εκτύπωση
Θεοδόσιος ο Α'

Ο επωνομαζόμενος Μέγας, αυτοκράτορας του Βυζαντίου από το 379 έως το 395 και ολόκληρης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 392 έως τον θάνατο του. Η βασιλεία του συμπίπτει με την πλήρη επικράτηση της Ορθοδοξίας, ως επίσημης θρησκείας του κράτους, ενώ με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης καθόρισε το οριστικό Σύμβολο της Πίστεως.

Ισπανικής καταγωγής, γεννήθηκε το 347 στην Καύκα της Γαλικίας και ήταν γιός του φημισμένου στρατηγού Θεοδόσιου του Πρεσβύτερου. Προερχόταν από χριστιανική οικογένεια και έλαβε μέτρια μόρφωση, αλλά διακρινόταν για το ανοιχτό μυαλό του. Στην αρχή ακολούθησε τον πατέρα του και εκπαιδεύτηκε κοντά του στην στρατιωτική τέχνη, με τις εκστρατείες του στην Βρετανία, στην Γαλατία και στα Βαλκάνια. Το 374 ανέλαβε την διοίκηση της κάτω Μοισίας στα Βαλκάνια και νίκησε τους Σαρμάτες. Όμως, τον επόμενο χρόνο, μετά την εκτέλεση του πατέρα του, που βρέθηκε εμπλεγμένος σε κάποιες αυλικές ίντριγκες, ο Θεοδόσιος αποσύρθηκε στα κτήματα του στην Γαλικία της Ισπανίας και εκεί ιδιώτευσε, αφού παντρεύτηκε μια συμπατριώτισσα του, την Έλια Φλακίλλα. Απ’ αυτήν απόκτησε το 377 τον Αρκάδιο, τον επόμενο χρόνο την Πουλχερία και το 382 τον Ονώριο.

Το 378, ο αυτοκράτορας Γρατιανός, μετά την συντριβή του στρατού στην Αδριανούπολη και τον θάνατο του Βάλη, του αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος, κάλεσε εσπευσμένα τον Θεοδόσιο και τον έστειλε να αντιμετωπίσει τους Σαρμάτες στα Βαλκάνια. Η νέα νίκη του Θεοδοσίου, έπεισε τον Γρατιανό να του αναθέσει την διοίκηση της Ανατολής και τον αναγόρευσε Αύγουστο το 379. Ο Θεοδόσιος έγινε ο πρώτος αυτοκράτορας που δεν πήρε τον τίτλο του Pontifex Maximus, του ανώτατου δηλαδή ιερέα της παγανιστικής λατρείας. Σημάδι της μετέπειτα πολιτικής.
 
Μόλις στέφθηκε βασιλιάς προσπάθησε να αναδιοργανώσει την αυτοκρατορία που αντιμετώπιζε μεγάλα προβλήματα με τους Γότθους. Κατ’ αρχάς πήρε μέτρα για την ενίσχυση της πειθαρχίας στο στράτευμα, στο οποίο δέχτηκε μεγάλο αριθμό Γότθων και άλλων βαρβάρων. Αυτοί οι βάρβαροι εντάσσονταν στον ρωμαϊκό στρατό ως αυτόνομες μονάδες και διοικούνταν από τους δικούς τους αρχηγούς, οι οποίοι μπορούσαν να φτάνουν έως το βαθμό του στρατηγού. Αυτά τα στρατεύματα των βαρβάρων, που κυρίως αφορούσαν το ιππικό, ονομάζονταν Φοιδεράτοι. Με τον καιρό οι αρχηγοί τους θα αποκτήσουν μεγάλη δύναμη και θα φτάσουν στο σημείο να ανεβοκατεβάζουν αυτοκράτορες, ενώ στην Δύση θα καταστρέψουν την αυτοκρατορία. Το 382 για να κλείσει ειρήνη με τους Βησιγότθους, που εγκατεστημένοι στα Ανατολικά Βαλκάνια, είχαν επιδοθεί σε ληστείες και κάθε είδους βιαιοπραγίες, ο Θεοδόσιος τους παραχώρησε μεγάλα προνόμια. Τους έδωσε την άδεια να κατοικήσουν στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, σε μια περιοχή που αντιστοιχεί στην σημερινή Βουλγαρία, αφήνοντας άθικτη την αυτονομία τους, με αντάλλαγμα να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον στρατό του, όταν υπήρχε ανάγκη. Στις διαπραγματεύσεις αυτές, μεγάλο ρόλο έπαιξε ο Γότθος Επίσκοπος Ουλφίλας, ο οποίος, επικεφαλής μιας άλλης ομάδας γότθων, είχε εγκατασταθεί από το 350 σε μια περιοχή του Βυζαντίου και είχε ενσωματωθεί στην Βυζαντινή κοινωνία. Τους γέμισε δώρα και χρήματα, τους έδωσε χωράφια να καλλιεργούν, με τη συμφωνία να του δίνουν τα 2/3 της παραγωγής και ακόμα να φυλούν τα σύνορα. Δεν πλήρωναν καθόλου φόρους και οι ικανότεροι απ’ αυτούς κατέλαβαν θέσεις στην διοίκηση και τον στρατό. Παράλληλα όμως πήρε μέτρα για να εμποδίσει την διείσδυση και άλλων βαρβάρων στην αυτοκρατορία.
 
Ο Θεοδόσιος αποδείχτηκε μεγάλος υποστηρικτής της Ορθοδοξίας, αν και βαπτίσθηκε μόλις το 380, μετά από μια σοβαρή αρρώστεια. Αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στις διαμάχες ανάμεσα στους Ορθόδοξους Χριστιανούς, που ακολουθούσαν τις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας και τους αιρετικούς. Τον Φλεβάρη του 380 εξέδωσε ένα διάταγμα, στο οποίο καθιστούσε γνωστό το Σύμβολο της Πίστεως που έπρεπε να ακολουθεί κάποιος για να αναγνωρίζεται ως καλός και αληθινός Χριστιανός. Το 381, συγκάλεσε την Β΄ Οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολης, όπου και επιλύθηκαν μια σειρά από ζητήματα. Η Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο και την αίρεσή του και προκήρυξε πως ο Χριστιανισμός, έτσι όπως τον καθόριζε το Σύμβολο της Πίστεως ήταν η μόνη αληθινή και επίσημη θρησκεία. Αυτό το Σύμβολο είναι το ίδιο που λέμε και εμείς ακόμα στις Εκκλησίες μας, το Πιστεύω εις Ένα Θεόν κλπ. Μια άλλη σημαντική απόφαση της Συνόδου, που επεβλήθη από τον Θεοδόσιο, ήταν η τοποθέτηση του Επισκόπου Κωνσταντινούπολης στην δεύτερη θέση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, αμέσως μετά τον Πάπα της Ρώμης. Έτσι ο Θεοδόσιος θέλησε να ενισχύσει την θέση του επισκόπου της πρωτεύουσας του, εις βάρος των άλλων σημαντικών Πατριαρχείων της Ανατολής ( Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων ). Η θέληση του αυτοκράτορα γινόταν σεβαστή από τους Επισκόπους της Ανατολής, αν και ακόμα δεν μπορούμε να μιλάμε για μια εκκλησία του κράτους υπό τον άμεσο έλεγχο του ηγεμόνα.
 
Ο Θεοδόσιος στο διάστημα που παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, από το 380 έως το 387, προσπάθησε να ομορφύνει την πρωτεύουσα του, οικοδομώντας παλάτια και δημόσια κτίρια, ενώ ξεχωριστή θέση κατέχει η κατασκευή της μεγαλύτερης πλατείας ολόκληρης της αυτοκρατορίας, του Φόρουμ των Ταύρων.
 
Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του ο Θεοδόσιος ασχολήθηκε με τα προβλήματα του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Ήδη από το 383, ο Μάγνος Μάξιμος, ο διοικητής των στρατευμάτων της Βρετανίας είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας από τα στρατεύματα του και νικώντας τον νόμιμο αυτοκράτορα Γρατιανό, τον οποίο και εκτέλεσε, ανάγκασε τον Θεοδόσιο να τον αναγνωρίσει ως βασιλιά ενός μέρους της Δύσης. Το υπόλοιπο τμήμα, η Ιταλία και η Αφρική, παρέμεινε στα χέρια του συναυτοκράτορα του Γρατιανού, του ετεροθαλούς αδελφού του Βαλεντινιανού Β΄. Ο Θεοδόσιος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα με τους βαρβάρους στα Βαλκάνια και τους πέρσες στην Ανατολή. Γι’ αυτό αποφάσισε να αναγνωρίσει προς το παρόν τον Μάξιμο, αφήνοντας για μια πιο ευνοϊκή στιγμή τη λύση του προβλήματος που αυτός αντιπροσώπευε. Αφού λοιπόν πέτυχε μια συνθήκη ειρήνης με τους πέρσες, που θα κρατήσει για πολλά χρόνια και μοιράστηκε μαζί τους την Αρμενία, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Μάξιμο, ο οποίος το 387 εισέβαλε στην Ιταλία, αναγκάζοντας τον Βαλεντινιανό να καταφύγει στην Θεσσαλονίκη και να ζητήσει βοήθεια από τον Θεοδόσιο. Αυτός, αφού έστειλε με στόλο τον Βαλεντινιανό στην Ιταλία, εκστράτευσε ακολουθώντας τον Δούναβη και τον Σαύο, και τον Ιούλιο του 388 νίκησε τον Μάξιμο και τον ανάγκασε να παραδοθεί. Ο σφετεριστής του θρόνου εκτελέστηκε, αλλά ο Θεοδόσιος οικειοποιήθηκε τον στρατό του, ώστε να αποφύγει άσκοπη αιματοχυσία και να ισχυροποιήσει τις δυνάμεις του. Παράλληλα έστειλε τον Βαλεντινιανό στους Τρεβήρους, για να κυβερνά, τυπικά, το δυτικό τμήμα, υπό την εποπτεία του στρατηγού Άρμπογκαστ, ενός Φράγκου της απολύτου εμπιστοσύνης του. 

Μέχρι το 391 ο Θεοδόσιος παρέμεινε στην Ιταλία και συγκεκριμένα στο Μιλάνο, θέλοντας να ελέγχει από κοντά τις εξελίξεις στο δυτικό τμήμα του κράτους, στο οποίο ήταν στην ουσία ο ηγεμόνας του. Παρέμεινε στο Μιλάνο, εκτός από μια θριαμβευτική επίσκεψη του στην Ρώμη, συνοδευόμενος από τον τετράχρονο γιό του Ονώριο, το 389. Στο Μιλάνο γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο της πόλης Αμβρόσιο, μια ισχυρή προσωπικότητα, με τον οποίο θα αναπτύξει μια φιλική, αν και δύσκολη σχέση. Ο Αμβρόσιος ήταν ο πρώτος επίσκοπος που του επέστησε την προσοχή να μην υπερβαίνει κάποια όρια, που αφορούσαν την αυτοκρατορική δικαιοδοσία στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Από την άλλη, ο αυτοκράτορας δεν ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει σε θέματα που θεωρούσε πως άπτονταν της δικής του αρμοδιότητας. Η πρώτη σύγκρουση μεταξύ τους δημιουργήθηκε νωρίς, το 388, όταν κάποιοι φανατικοί Ορθόδοξοι, με επικεφαλής ένα Επίσκοπο, έκαψαν μερικές συναγωγές και ένα ναό κάποιων αιρετικών και ο Θεοδόσιος τους τιμώρησε σκληρά. Η δεύτερη και σημαντικότερη όμως έγινε το 390, με αφορμή κάποια γεγονότα στην Θεσσαλονίκη. Εκεί οι κάτοικοι επαναστάτησαν, διαμαρτυρόμενοι για την βαριά φορολογία και σκότωσαν μερικούς αξιωματικούς του αυτοκράτορα. Ο Θεοδόσιος έστειλε τότε τους Γότθους, που κατέσφαξαν 15.000 από τους κατοίκους της. Ο επίσκοπος όμως του Μιλάνου του απαγόρευσε να μπαίνει στην εκκλησία, μέχρι να ζητήσει ταπεινά συγγνώμη για το έγκλημά του. Και πράγματι ο Θεοδόσιος αναγκάστηκε να το κάνει. Το γεγονός αυτό, της υποχώρησης δηλαδή του αυτοκράτορα, δημιούργησε μεγάλη αίσθηση και τον μύθο πως η εκκλησιαστική εξουσία υπερίσχυσε της κοσμικής. Αυτή όμως είναι μια λανθασμένη εντύπωση, γιατί σε άλλα θέματα ο αυτοκράτορας απέδειξε πως δεν υποχωρούσε ούτε πόντο, όσον αφορούσε τα δικαιώματα που απέρρεαν από την εξουσία του.
 
Από το 391 ο Θεοδόσιος άρχισε να λαμβάνει μια σειρά από μέτρα εναντίον των παγανιστών, ενώ μέχρι τότε τηρούσε μια μάλλον διαλλακτική στάση απέναντι τους. Ίσως ήταν προληπτικά μέτρα εναντίον της μόνης δύναμης που μπορούσε να απειλήσει την εξουσία του, σύμφωνα με τα μηνύματα που έρχονταν από την Ρώμη. Η επιρροή εξάλλου του Αμβρόσιου ήταν αναμφισβήτητη. Έτσι τον Φεβρουάριο του χρόνου αυτού διέταξε την απαγόρευση των θυσιών και την είσοδο των εθνικών στους ναούς της θρησκείας τους. Τον Νοέμβριο του επομένου χρόνου απαγόρεψε εντελώς την λατρεία του παγανισμού και το 393 κατάργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ γκρέμισε και πολλούς αρχαίους ναούς, όπως το Σεράπειο στην Αλεξάνδρεια. Πράγματι, μόλις γύρισε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 391, αντιμετώπισε την επανάσταση του δυτικού τμήματος και μαζί την τελευταία απόπειρα των παγανιστών να ανατρέψουν τον ρου της ιστορίας. 

Τον Μάϊο του 392 πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, πιθανώς δολοφονημένος από τον Άρμπογκαστ, ο Βαλεντινιανός, ο νόμιμος αυτοκράτορας του δυτικού μέρους και ο Θεοδόσιος ανακήρυξε τον εαυτό του Αύγουστο και του τμήματος αυτού, ενώνοντας στο σκήπτρο του το Δυτικό και το Ανατολικό κομμάτι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όμως ο έμπιστος του Άρμπογκαστ θα τον προδώσει και θα ανακηρύξει ως αυτοκράτορα τον δάσκαλο της ρητορικής Ευγένιο. Η Σύγκλητος της Ρώμης θα αναγνωρίσει τον Ευγένιο, και υπό την αρχηγία του Νικόμαχου Φλαβιανού θα συσπειρωθεί γύρω απ’ αυτόν. Είναι η τελευταία προσπάθεια της παγανιστικής αριστοκρατίας του δυτικού τμήματος να διαφυλάξει τα δικαιώματα της και να αντισταθεί στον επιβαλλόμενο εκ των άνω εκχριστιανισμό. Ο Θεοδόσιος στην αρχή δεν αντέδρασε, θέλοντας να προετοιμάσει με τέλειο τρόπο την απάντηση του και τον Ιανουάριο του 393 ανακήρυξε Αύγουστο τον Ονώριο, ενώ ήδη από το 383 είχε κάνει το ίδιο με τον μεγαλύτερο γιό του Αρκάδιο. Ο Θεοδόσιος ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη τον Μάϊο του 394, αφήνοντας πίσω τους δύο γιούς του και παραχωρώντας στον Αρκάδιο το δικαίωμα να εκδίδει νόμους σαν πραγματικός αυτοκράτορας. Η μάχη διαφαινόταν σαν μια νέα σύγκρουση μεταξύ των δύο θρησκειών. Ο Θεοδόσιος, πολύ προσεκτικός, με ένα μεγάλο στρατό αποτελούμενο ως επί το πλείστο από έμπιστους του βαρβάρους και με στρατηγό τον Στηλίχωνα, ένα βάρβαρο βανδαλικής καταγωγής, ακολούθησε το ίδιο δρομολόγιο με εκείνο που πήρε το 388 για να αντιμετωπίσει τον Μάξιμο. Κοντά στον ποταμό Φρίγκιντους, στην ΒΑ. Ιταλία, οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στις 4 Σεπτεμβρίου. Στην αρχή φάνηκαν να υπερισχύουν οι αντίπαλοι του, αλλά ο Θεοδόσιος, με μια αποφασιστική επίθεση την δεύτερη μέρα άλλαξε τα δεδομένα της μάχης και βγήκε νικητής στο τέλος της. Οι πρωτεργάτες εκτελέστηκαν άπαντες, αλλά ο Θεοδόσιος δέχτηκε να χαρίσει την ζωή στα αντίπαλα στρατεύματα κατ’ απαίτηση του Αμβρόσιου, αποδεικνύοντας και πάλι το ανοικτό και συνετό μυαλό του. Η νίκη του χαιρετίστηκε από τους Χριστιανούς σαν η απόδειξη της αλήθειας της Πίστης τους και της Εύνοιας του Ενός και Μόνου Αληθινού Θεού.
 
Αμέσως μετά ο Θεοδόσιος αρρώστησε βαριά. Μεταφέρθηκε στο Μιλάνο και κάλεσε τον Ονώριο για να τον παρουσιάσει στους υπηκόους αυτού του τμήματος ως Αύγουστο τους. Προς στιγμήν φάνηκε να αναρρώνει, αλλά ξαφνικά, τον Ιανουάριο του 395 πέθανε, δημιουργώντας υπόνοιες για μια πιθανή δολοφονία του. Εμπιστεύτηκε τους δύο μικρούς γιούς του στον Στηλίχωνα ,τον οποίο ονόμασε αρχηγό όλων των στρατευμάτων του. Στον επικήδειο του, ο Αμβρόσιος τον περιέγραψε σαν ένα πιστό τέκνο της Εκκλησίας, που πάντα συμβουλευόταν τον Επίσκοπο του και πορεύτηκε σύμφωνα με τον νόμο του Ιησού. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Πόλη και εναποτέθηκαν στο Μαυσωλείο του Κωνστάντιου. 

Η βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄ είναι η αρχή μιας νέας εποχής, γιατί τα δύο τμήματα του ρωμαϊκού κράτους, μετά τον θάνατο του δεν θα ξαναενωθούν ποτέ και το κάθε ένα θα ακολουθήσει τον δικό του διαφορετικό δρόμο. Η ισχυρή γραφειοκρατία του ανατολικού τμήματος, εκμεταλλευόμενη το γεγονός πως οι επόμενοι αυτοκράτορες ήταν αδύναμοι χαρακτήρες, θα κόψει τις διασυνδέσεις με το δυτικό τμήμα, καθώς τα συμφέροντα της δεν ταυτίζονταν σε κανένα σημείο με τα αντίστοιχα των δυτικών. Το δεύτερο καθοριστικό σημείο της βασιλείας του είναι το γεγονός πως η Ορθοδοξία έγινε η θρησκεία του Βυζαντίου, αφήνοντας άσβεστα τα σημάδια της πάνω του. Το πρόβλημα των αιρέσεων δεν επιλύθηκε παρά μόνο προσωρινά και σε λίγα χρόνια νέες αιρέσεις θα διαφανούν στον ορίζοντα. Εντούτοις η κύρια προσφορά του Θεοδοσίου στον θρησκευτικό τομέα, έγκειται στην επίλυση ζητημάτων που χρόνιζαν και στον καθορισμό ενός τυπικού και μερικών αρχών που είχαν την ισχύ των νόμων του κράτους. 

 


Θεοδόσιος ο B'

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, επονομαζόμενος μικρός, σε αντιδιαστολή με τον Μέγα Θεοδόσιο, βασίλευσε από το 408 έως το 450 και ήταν γιός του Αρκάδιου. Συμβασιλέας του πατέρα του από το 402, ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία 7 ετών, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η προσωπικότητα του δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και περισσότερο του άρεσε να ασχολείται με την ζωγραφική, την αντιγραφή και την διακόσμηση χειρογράφων, γι’ αυτό και οι σύγχρονοι του τον ονόμαζαν καλλιγράφο. Μυστικοπαθής χαρακτήρας , άφησε την διακυβέρνηση της χώρας στα χέρια διαφόρων υπουργών του και κατόπιν στην δυναμική αδελφή του Πουλχερία. 

Στην αρχή της βασιλείας του Θεοδοσίου, ο σημαντικότερος άνδρας του Βυζαντίου ήταν ο Ανθέμιος, η σπουδαιότερη συμβολή του οποίου ήταν η ανέγερση των πανίσχυρων τειχών της Κωνσταντινούπολης, που θα προστατεύσουν την πόλη μέχρι το τέλος της ιστορικής της διαδρομής. Η κατασκευή τους άρχισε το 413 και ολοκληρώθηκε το 439, όταν ο έπαρχος Κύρος έχτισε τα θαλάσσια τείχη και τα ένωσε με τα τείχη της ξηράς. Αλλά το 414 ο Ανθέμιος απομακρύνθηκε από την αυλή και την ουσιαστική διακυβέρνηση του κράτους ανέλαβε η δραστήρια αδελφή του Θεοδοσίου, η Πουλχερία, η οποία πήρε και τον τίτλο της Αυγούστας την ίδια χρονιά. Η Πουλχερία, πιστή και αφοσιωμένη Χριστιανή, έφερε στην αυλή ένα αέρα αγνότητας και ευλάβειας, χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά από εκείνα που κυριαρχούσαν κατά την βασιλεία των γονέων της. Είναι χαρακτηριστικό του γεγονότος αυτού, πως γύρω στα 435 μετέφερε με κάθε επισημότητα τα λείψανα του Ιωάννη του Χρυσόστομου στην Κωνσταντινούπολη, τον οποίο είχαν καταδιώξει και εξορίσει, προκαλώντας μάλιστα έμμεσα τον θάνατο του, οι γονείς της. Το 421, οργάνωσε τον γάμο του αδελφού της με την Αθηναϊδα, που θα πάρει με την βάπτιση της το όνομα Ευδοκία, αλλά με την οποία θα συγκρουστεί αργότερα.

Ο αυτοκράτορας είχε μια προσωπική συμβολή στην ίδρυση του Πανεπιστημίου της Πόλης το 425, σχέδιο που τον ενδιέφερε άμεσα λόγω της αγάπης του προς τα γράμματα. Το ίδρυμα αυτό είχε 31 έδρες, με 20 διδασκάλους που δίδασκαν ελληνική και λατινική γραμματική, με 5 που παρέδιδαν μαθήματα ελληνικής και 3 λατινικής ρητορικής, με 2 διδασκάλους νομικής και έναν φιλοσοφίας. Το Πανεπιστήμιο αυτό επέζησε μέχρι τον 7ο αιώνα. 

Ο σημαντικότερος εξωτερικός κίνδυνος που αντιμετώπισε το Βυζάντιο κατά την βασιλεία του Θεοδοσίου, ήταν οι Ούννοι, οι οποίοι από το 420 πραγματοποιούσαν επιδρομές στην Βαλκανική, προκαλώντας στις επαρχίες της μεγάλες καταστροφές. Η αδυναμία του Βυζαντίου να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τους Ούννους, ώθησε τον Θεοδόσιο να συμφωνήσει στην πληρωμή ενός ετήσιου ποσού, που ανερχόταν σε 300 κιλά χρυσάφι. Όμως οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν το 441. Ο κύριος όγκος των βυζαντινών στρατευμάτων βρισκόταν στα ανατολικά σύνορα για να αναχαιτίσει τους πέρσες, ενώ ένα άλλο τμήμα τους ήταν απασχολημένο στην Αφρική, όπου οι Βάνδαλοι, δημιουργώντας ένα ισχυρό στόλο, είχαν σπάσει το μονοπώλιο του θαλάσσιου εμπορίου των βυζαντινών. Βρίσκοντας αφορμή από το γεγονός ότι οι βυζαντινοί δεν πλήρωσαν το συμφωνημένο ετήσιο ποσόν, ο Αττίλας, ο βασιλιάς των Ούννων, πέρασε τον Δούναβη και κατέλαβε πολλές πόλεις, λεηλατώντας και καταστρέφοντας στο διάβα του τα πάντα. Μετά από μια εφήμερη εκεχειρία, το 442, ο Αττίλας ξανάρχισε τις επιδρομές του, καταστρέφοντας την Ναϊσσό, την Σόφια και την Φιλιππούπολη και οδηγώντας τις δυνάμεις του κατά της Κωνσταντινούπολης. Οι οχυρώσεις της πρωτεύουσας την προστάτεψαν αποτελεσματικά όμως, έτσι ο Αττίλας στράφηκε προς την Καλλίπολη, όπου ήταν σταθμευμένο ένα τμήμα του βυζαντινού στρατού και το κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Κατόπιν συμφώνησε να κλείσει ειρήνη με τους βυζαντινούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να πληρώσουν περίπου 3000 κιλά χρυσάφι για την ειρήνη και ένα ετήσιο ποσό, που έφτανε περίπου τα 2.000 κιλά. 

Το 447 ο Αττίλας εμφανίστηκε ξανά στα εδάφη του Βυζαντίου, με ακόμα μεγαλύτερες δυνάμεις από ότι είχε την προηγούμενη φορά. Αυτή την φορά η αντίσταση των Βυζαντινών ήταν πιο σθεναρή, αλλά και πάλι ο Ούννος βασιλιάς υπερίσχυσε. Αφού λεηλάτησε τις ΒΑ. επαρχίες του κράτους, στράφηκε νότια και έφτασε μέχρι τις Θερμοπύλες καταστρέφοντας και πάλι ότι συναντούσε στο πέρασμα του. Μετά από διαπραγματεύσεις που κράτησαν τρία χρόνια, οι Βυζαντινοί αναγκάστηκαν και πάλι να εξαγοράσουν την ειρήνη πληρώνοντας σε χρυσάφι, ενώ εγκατέλειψαν ταυτόχρονα μια μεγάλη ζώνη νότια του Δούναβη. Ο θανάσιμος κίνδυνος για τους βυζαντινούς θα αποφευχθεί στην συνέχεια, γιατί ο Αττίλας θα στραφεί προς την Δύση και εκεί θα ηττηθεί στα Καταλαυνικά Πεδία, με αποτέλεσμα να εξασθενήσει αισθητά. 
Διαφορετική ήταν η κατάσταση στα σύνορα με την Περσία, όπου οι στρατηγοί του Θεοδοσίου κατάφεραν να νικήσουν το 422 και το 447 τους αντιπάλους τους , αλλά οι γενικότερες συνθήκες και στα δύο κράτη δεν επέτρεψαν να γενικευθούν οι μεταξύ τους πόλεμοι, πέρα από κάποιες μικρές μάχες και μια ατμόσφαιρα έντασης στα σύνορα. Πάντως και σ’ αυτούς, για να κερδίσει την ειρήνη, ο Θεοδόσιος αναγκάστηκε να πληρώνει ένα ετήσιο ποσόν. 

Ένα σημαντικό έργο του Θεοδοσίου, στο οποίο ο αυτοκράτορας είχε άμεση συμμετοχή ήταν η έκδοση, το 438, του Θεοδοσιανού κώδικα, μια συλλογής των αυτοκρατορικών νόμων από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως την εποχή του. Αυτός ο κώδικας θα αποτελέσει κατά μεγάλο μέρος την βάση του κώδικα του Ιουστινιανού. 

Ο στόχος του Θεοδοσίου ήταν να βάλει σε μία τάξη τον τεράστιο όγκο των νόμων, οι οποίοι πολλές φορές παρουσίαζαν αντιφάσεις μεταξύ τους και δυσκόλευαν την απονομή της δικαιοσύνης. Επιπλέον, διακηρύσσοντας στην εισαγωγή του κώδικα τις πολιτικές και ιδεολογικές αρχές που ενέπνευσαν το έργο αυτό και που δεν ήταν άλλοι από την πρόθεση της ενοποίησης και πάλι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, μέσα από ένα νομοθετικό σώμα που θα ίσχυε και στα δύο μέρη της, ο Θεοδόσιος προωθούσε την ενότητα του κράτους, αν και αυτή η πρόθεση σε πρακτικό επίπεδο, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Στον θρόνο εξάλλου του δυτικού τμήματος, ο Θεοδόσιος είχε επιβάλλει, μετά τον θάνατο του θείου του Ονώριου, το 423, τον Βαλεντινιανό Γ΄, ξάδελφο του και άρα μέλος της δυναστείας που είχε ιδρύσει ο Θεοδόσιος Α΄. Τα πεπρωμένα όμως των δύο τμημάτων του κράτους δεν ήταν δυνατόν να ενοποιηθούν ποτέ πια, παρ’ όλες τις εφήμερες προσπάθειες. 

Ο Θεοδόσιος δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις θρησκευτικές έριδες της εποχής του. Οι σημαντικότερες απ’ αυτές ήταν ο Νεστοριανισμός και ο Μονοφυσιτισμός. Ο Νεστόριος, πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, επηρεασμένος από την θεολογική σχολή της Αντιόχειας, κήρυττε πως οι δύο φύσεις του Ιησού, η Θεία και η ανθρώπινη ήταν διαχωρισμένες μεταξύ τους και γι’ αυτό η Θεοτόκος θα έπρεπε να ονομάζεται μόνο Χριστοτόκος, γιατί στην πραγματικότητα γέννησε μόνο την ανθρώπινη φύση του Ιησού. Οι θεωρίες του Νεστόριου αντικρούστηκαν κατά κύριο λόγο από τον Κύριλλο, πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, που υποστήριζε πως οι δύο φύσεις του Ιησού ήταν ενιαίες και αδιαίρετες, με προεξάρχουσα την Θεία. Ο Νεστόριος καταδικάστηκε στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431, μετά από μια πρώτη προσπάθεια του Θεοδοσίου να επιτύχει ένα συμβιβασμό, καθαιρώντας τόσο τον Νεστόριο, όσο και τον Κύριλλο. Ο τελευταίος όμως, εκμεταλλευόμενος την σύγκρουση της Πουλχερίας με τον Νεστόριο και την αδυναμία του αυτοκράτορα πέτυχε να ξανακερδίσει τον επισκοπικό του θρόνο και την πρωτοκαθεδρία στις Ανατολικές Εκκλησίες, με την ενεργό υποστήριξη του πάπα Λέοντα του Μεγάλου. Με τον χρόνο αυτή η δύναμη γινόταν όλο και μεγαλύτερη και η εκκλησία της Αλεξάνδρειας αποδεχόταν όλο και περισσότερο την κυριαρχία της Θείας φύσης πάνω στην ανθρώπινη και έτσι γεννήθηκε το μονοφυσιτικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο ο Χριστός ήταν μόνο Θεός.
 
Το 449, ο πάπας Λέων προσπάθησε να επιβάλλει την τάξη στα εκκλησιαστικά ζητήματα και απέστειλε στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Φλαβιανό μια επιστολή, στην οποία κάνει λόγο για την Μία φύση του Ιησού και τα δύο Πρόσωπα Του. Αυτή η άποψη αργότερα θα γίνει η επίσημη της Εκκλησίας, αλλά στην Σύνοδο που έλαβε χώρα στην Έφεσο και πάλι, οι σύνεδροι την αγνόησαν παντελώς και οι μονοφυσίτες θριάμβευσαν. Ο πάπας κάλεσε την κυβέρνηση της Δύσης να επέμβει, αλλά ο Θεοδόσιος αρνήθηκε κάθε συμμετοχή των δυτικών στις εκκλησιαστικές υποθέσεις της Ανατολής. Έτσι, με τον θάνατο του αυτοκράτορα το 450, το θρησκευτικό ζήτημα βρισκόταν σε μια πολύ λεπτή και επικίνδυνη φάση. Στην συνέχεια, η μεγάλη δύναμη της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ανησύχησε τόσο τον Πάπα, όσο και τον Πατριάρχη της Κων/πολης που συνασπίσθηκαν, και στην Δ΄ Σύνοδο της Χαλκηδόνας καταδίκασαν τις θεωρίες των Αλεξανδρινών.

Η Σύνοδος αυτή έγινε το 451, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου. Πίσω όμως από τις θρησκευτικές διαφορές υπήρχαν και άλλες διαφορετικής φύσεως, που επηρέαζαν την πορεία των πραγμάτων.Υπήρχαν πολιτικά προβλήματα, παιχνίδια εξουσίας και διαμάχες για τα πρωτεία. Η Κωνσταντινούπολη προσπαθούσε να επιβάλλει την εκκλησιαστική της πρωτοκαθεδρία, επειδή ήταν η έδρα του αυτοκράτορα. Αν και η αρχαιότητα και το κύρος εδρών όπως η Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα και η Αντιόχεια ήταν μεγαλύτερα, η σημασία της Πόλης, που ενισχύθηκε από την επιλογή της ως πρωτεύουσα του κράτους, είχε υπερκεράσει αυτούς τους παράγοντες. Επιπλέον, οι διάφορες θεολογικές θεωρίες συναντούσαν την εύνοια των κατοίκων σε μερικές περιοχές, προσδίδοντας τους και εθνικά χαρακτηριστικά. Οι μονοφυσίτες είχαν σχεδόν πάντα την πλειοψηφία στην Αίγυπτο, ενώ και πολλοί Σύροι και Παλαιστίνιοι μοναχοί τον αποδέχονταν. Ακόμα τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα αγκάλιασαν τον μονοφυσιτισμό, σε αντίθεση με τα υψηλότερα που παρέμειναν στο εσωτερικό της επίσημης Εκκλησίας. Αυτή η εθνική και κοινωνική διάσταση των θρησκευτικών διαφορών, σε συνδυασμό με την βαριά φορολογία, θα έχει τραγικές συνέπειες για το Βυζάντιο κατά τις επιδρομές των αράβων, όταν οι κάτοικοι αυτών των περιοχών θα δεχτούν τους μουσουλμάνους ως ελευθερωτές. 



Θεοδόσιος ο Γ'

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου από το 715 μέχρι το 717. Ο Θεοδόσιος ήταν ένας απλός φοροεισπράκτορας, που βρέθηκε αυτοκράτορας παρά την θέληση του, μετά την στάση του θέματος των Οψικίων κατά του Αναστασίου Β΄ και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Εντελώς ανίκανος για το αυτοκρατορικό αξίωμα, το 717, ενώ οι άραβες καταλάμβαναν την Πέργαμο και το Αμόριο, απειλώντας άμεσα την ίδια την ύπαρξη του Βυζαντίου, ο Θεοδόσιος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Λέοντα τον Ίσαυρο, τον διοικητή του θέματος των Ανατολικών. Ο Θεοδόσιος αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι της Εφέσου και εκεί τελείωσε τις μέρες του.