Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Ιουστινιανοί

Εκτύπωση

Ιουστινιανός ο Α'

Ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, που για το έργο του τιμήθηκε από την Ιστορία με το προσωνύμιο Μέγας. Ανιψιός του προκατόχου του Ιουστίνου Α΄, είχε μεγάλες οργανωτικές ικανότητες, ήταν δραστήριος και ακατάβλητος στην εργασία, ενώ σε κάθε τομέα ήξερε να διαλέγει τους καλύτερους συνεργάτες. Στην εποχή του το Βυζάντιο έφθασε στο μεγαλύτερο σημείο της εδαφικής του επέκτασης, ενώ το νομοθετικό και διοικητικό έργο του καθόρισε την μετέπειτα πορεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 

Ο Πέτρους Σαμπάτιους, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 483 στην περιοχή της Δαρδανίας, στα νότια της σημερινής Σερβίας. Ιλλυρικής καταγωγής και γεννημένος σε αγροτική οικογένεια, σε νεαρή ηλικία μετέβη στην Κωνσταντινούπολη καλεσμένος από τον θείο του Ιουστίνο, ο οποίος ήταν ανώτερο στέλεχος της σωματοφυλακής του αυτοκράτορα Αναστασίου. Εκεί άλλαξε το όνομα του σε Φλάβιο Ιουστινιανό και αφιέρωσε αρκετό χρόνο για την προσωπική του εκπαίδευση. Τότε φαίνεται πως έμαθε και την ελληνική γλώσσα, όντας ο ίδιος λατινόφωνος. Όταν ο Ιουστίνος ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιουστινιανός έγινε ο κυριότερος του σύμβουλος και διεκπεραίωνε σημαντικές υποθέσεις του κράτους. Ο Ιουστίνος τον υιοθέτησε και το 525 τον ανακήρυξε Καίσαρα, ενώ τον Απρίλιο του 527 τον κατέστησε Αύγουστο και συναυτοκράτορα του. Τον τίτλο της Αυγούστας πήρε και η γυναίκα του Θεοδώρα, η οποία θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της βασιλείας του, σε σημείο που αρκετοί, ανάμεσα τους και ο ιστορικός Προκόπιος, να την θεωρήσουν τον πραγματικό κυβερνήτη . Η Θεοδώρα ήταν ηθοποιός σε τσίρκο και ο Ιουστινιανός την παντρεύτηκε, γοητευμένος απ' την ομορφιά και το πνεύμα της. Έγινε σύμβουλος του αυτοκράτορα συζύγου της και με την αποφασιστικότητα της έσωσε το θρόνο του κατά τη στάση του Νίκα. 


Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 541


Ο Ιουστινιανός, καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του, βρισκόταν συνεχώς σε πόλεμο. Την εποχή που ανέλαβε τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα, η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου, όπου συνεχίζονταν ο αδιάκοπος πόλεμος με τους πέρσες. Από τον Καύκασο έως την Μεσοποταμία, όλο το ανατολικό μέτωπο υφίστατο τις συνεχείς εισβολές των περσών. Μήλον της έριδος αποτελούσε κυρίως η περιοχή του βασιλείου των Λαζών, το οποίο είχε προ ολίγου εκχριστιανιστεί και ευρισκόμενο πάνω στους σημαντικότερους εμπορικούς δρόμους, είχε σπουδαιότατη στρατηγική αξία. Το Βυζάντιο και ο Ιουστινιανός είχαν την τύχη να διαθέτουν ικανούς στρατηγούς, οι οποίοι απέδειξαν για πρώτη φορά την αξία τους στους αδιάκοπους πολέμους με τους πέρσες. Ο Ιουστινιανός, την στιγμή που πολεμούσε με τους τελευταίους, έστελνε παράλληλα στρατεύματα και στα σύνορα με τον Δούναβη, για να αντιμετωπίσει τις επιδρομές βαρβαρικών φύλων που εμφανίζονταν εκεί, όπως οι Βούλγαροι και οι Σκλαβηνοί, δηλαδή οι Σλάβοι. Ταυτόχρονα απωθούσε από την Κριμαία τους Ούννους. Στο τέλος, έχοντας βάλει σε προτεραιότητα άλλους στόχους και εκμεταλλευόμενος την άνοδο στον θρόνο της Περσίας του Χοσρόη Α΄, αποφάσισε να κλείσει ειρήνη με τους πέρσες, προσφέροντας τους ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Το 532 συνήφθη η “ Αιώνια Ειρήνη ”, όπως μεγαλόστομα ονομάστηκε, η οποία προσέφερε πολλά πλεονεκτήματα στους Βυζαντινούς, γιατί η συνοριακή γραμμή παρέμεινε ανέπαφη, ενώ αναγνωρίστηκε και η επικυριαρχία τους στο βασίλειο της Λαζικής.

Στις αρχές του 532 ο Ιουστινιανός αντιμετώπισε την στάση του Νίκα, λαϊκή εξέγερση που ξεκίνησε έχοντας σαν βασικό της αίτημα την αντικατάσταση κάποιων νομοθετών και διοικητών που είχαν προκαλέσει την λαϊκή οργή και την ανάκληση διαφόρων νόμων και μέτρων, που έθιγαν πολλά συμφέροντα. Η εξέγερση αυτή, που δεν γνωρίζουμε από ποιόν υποκινήθηκε, σςτη διάρκεια της πορείας της, έθεσε σαν στόχο την εκθρόνιση του αυτοκράτορα, ακόμα και την θανάτωση του. Το τελικό της αποτέλεσμα όμως ήταν η ισχυροποίηση και η μόνιμη εδραίωση της θέσης του. Η επανάσταση ξέσπασε στις 11 Ιανουαρίου του 532, όταν ο λαός της Κωνσταντινούπολης, ενωμένος, ξεσηκώθηκε, διαμαρτυρόμενος για την αυστηρότητα κάποιων νέων νόμων και για την φυλάκιση μερικών ηγετικών στελεχών των δήμων. Πρωταρχικό ρόλο στη στάση αυτή έπαιξαν οι Πράσινοι κυρίως, αλλά και οι Βένετοι (κυανοί), δύο οργανώσεις που εκφράζονταν στον Ιππόδρομο, σαν τα σημερινά κόμματα περίπου και έπαιρναν το όνομα τους από το χρώμα των στολών των αναβατών στις ιπποδρομίες, τους οποίους η κάθε μια παράταξη υποστήριζε. Αυτές οι οργανώσεις , οι Δήμοι όπως ονομάζονταν, ήταν ένοπλες, γιατί είχαν το χρέος να προστατεύουν, σαν πολιτοφυλακή, την πόλη από εξωτερικές επιδρομές. Είχαν αντίθετα μεταξύ τους συμφέροντα και θρησκευτικά φρονήματα, γιατί αντιπροσώπευαν διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Οι Πράσινοι ήταν μονοφυσίτες και εξέφραζαν τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, ενώ οι Βένετοι ήταν Ορθόδοξοι και ανήκαν στις ανώτερες τάξεις. Στη περίπτωση αυτή όμως, ενώθηκαν μεταξύ τους και όλοι μαζί άρχισαν να καίνε κτίρια, ναούς, καταστρέφοντας περιουσίες, διαδηλώνοντας στους δρόμους και απαιτώντας την παραίτηση των μισητών αξιωματούχων του αυτοκράτορα, φωνάζοντας "Νίκα, νίκα', δηλαδή για τη νίκη, απ' όπου πήρε και το όνομα της η στάση. Ο λαός συγκεντρώθηκε στον Ιππόδρομο, απαιτώντας την παραίτηση κυρίως του Ιωάννη Καππαδόκη, του ιθύνοντα νου των διοικητικών μεταρρυθμίσεων και του Τριβωνιανού, νομομαθή που είχε αναλάβει την νομοθετική αναδιάρθρωση. Οι δύο αυτές προσωπικότητες είχαν προκαλέσει το κοινό αίσθημα, τόσο με την σκληρότητα των μέτρων τους, δίχως να υπολογίζουν την κατάσταση του λαού, όσο και με την προσωπική τους συμπεριφορά και αλαζονεία, που έφτανε στα όρια των εκβιασμών. Ο Ιουστινιανός τα είχε χαμένα και προς στιγμή υποχώρησε, αποδεχόμενος τα αιτήματα των επαναστατών. Ο λαός όμως θεώρησε πως αυτή η αδυναμία του Ιουστινιανού θα μπορούσε να οδηγήσει στην εκθρόνιση του και ανακήρυξε αυτοκράτορα έναν ανιψιό του Αναστάσιου, του προηγούμενου από τον Ιουστίνο αυτοκράτορα, τον Υπάτιο, που αναγνωρίστηκε και από κάποιους συγκλητικούς. Την στιγμή που ο Ιουστινιανός σκεφτόταν την φυγή για να σώσει την ζωή του, η σύζυγος του Θεοδώρα αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, λέγοντας πως προτιμούσε να πεθάνει φορώντας το στέμμα, παρά ντροπιασμένη να διαλέξει το δρόμο της εξορίας. Ο Ιουστινιανός τότε, λένε οι ιστορικοί της εποχής του, ανέκτησε το θάρρος του και αμέσως έστειλε το στρατηγό του Βελισάριο να χτυπήσει τους επαναστάτες. Ο Βελισάριος συγκέντρωσε τα εναπομείναντα πιστά στον αυτοκράτορα στρατεύματα και την σωματοφυλακή του και επετέθη στους εξεγερμένους. Η σύγκρουση ήταν τρομερή και στο τέλος 40.000 νεκροί στασιαστές κείτονταν στους δρόμους, μέσα σε ερείπια και καμένα κτίρια. Ο Υπάτιος και οι υπόλοιποι λαϊκοί ηγέτες θανατώθηκαν, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και ο θρόνος του Ιουστινιανού σώθηκε την τελευταία στιγμή.

Έχοντας εδραιώσει τον θρόνο του και ευρισκόμενος σε ειρήνη με τους πέρσες, με ασφαλή και ήσυχα τα ανατολικά του σύνορα, ο Ιουστινιανός αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το σημαντικότερο του σχέδιο, την ανακατάληψη δηλαδή του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας και την αποκατάσταση της ενότητας του ρωμαϊκού κράτους. Ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας σε βάθος την ιστορία και τον πολιτισμό της Ρώμης, έχοντας ως μητρική του γλώσσα την Λατινική, μπορούσε να παρουσιαστεί στα μάτια των Ρωμαίων, υπηκόων διαφόρων αιρετικών βαρβάρων ηγεμόνων στην Δύση, ως ένας γνήσιος Ρωμαίος και Ορθόδοξος Χριστιανός αυτοκράτορας. Έχοντας ανατρέψει την θρησκευτική πολιτική των προηγουμένων αυτοκρατόρων, οι οποίοι ήταν μονοφυσίτες ή εν πάσει περιπτώσει τους ανέχονταν, στα μάτια της κοινής γνώμης της Δύσης φαινόταν ως ένας Ορθόδοξος ηγεμόνας, την ίδια στιγμή που οι βάρβαροι βασιλιάδες, οπαδοί του Αρειανισμού οι περισσότεροι, δεν μπορούσαν πια να χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα της ανυπακοής σε ένα μονοφυσίτη αυτοκράτορα. Οι αρχηγοί των βαρβάρων, τυπικά ήταν φόρου υποτελείς στον Βυζαντινό αυτοκράτορα και αναγνώριζαν την κυριαρχία του, πράγμα όμως που στην πράξη δεν επαληθεύονταν, με κύριο επιχείρημα την φιλομονοφυσιτική πολιτική των προκατόχων του Ιουστινιανού. Εξάλλου, ο τελευταίος υποστηρίζονταν από την αριστοκρατία της Ρώμης, που δεν ξέχασε ποτέ το δοξασμένο παρελθόν της παλιάς πρωτεύουσας και θεωρούσε ότι η συνεργασία με τους βαρβάρους ήταν προσβλητική για το αρχαίο μεγαλείο της. Η τάξη αυτή, όσο και αν ακολουθούσε την ειδωλολατρεία ακόμα, εντούτοις εύρισκε μοναδικό της στήριγμα στην αυτοκρατορία της Ανατολής. Άρα ο Ιουστινιανός μπορούσε να βασιστεί σε σημαντικές πολιτικές δυνάμεις της Δύσης για να προωθήσει τα σχέδια του. Ο αυτοκράτορας θεωρούσε πως η ανακατάληψη του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής επικράτειας ήταν χρέος και δικαίωμα του ως Ρωμαίου βασιλιά, άποψη που πολλοί μοιράζονταν, σε ένα πλαίσιο αναβίωσης των αξιών του ρωμαϊκού κράτους, οι οποίες κατέρρεαν από την ανάμειξη των βαρβάρων στους θεσμούς του. 

Ο πρώτος στόχος του Ιουστινιανού ήταν το βασίλειο των Βανδάλων στην Β. Αφρική. Οι Βάνδαλοι ήταν οπαδοί του Αρείου και υπό την εξουσία τους, οι Ορθόδοξοι, αλλά και άλλοι αιρετικοί, όπως οι Δονατιστές, γνώρισαν αρκετές διώξεις. Έτσι, δεν μπόρεσαν ποτέ να εγκαθιδρύσουν μια σχέση με τον τοπικό πληθυσμό που να υπερβαίνει την κατοχή και την καταπίεση τους. Κάποια βελτίωση της κατάστασης σημειώθηκε κατά την βασιλεία του Χιλδέριχου, ο οποίος είχε συνάψει και μια συμφωνία συμμαχίας με το Βυζάντιο. Το 530 ο Χιλδέριχος ανατράπηκε από τον Γελίμερο και αυτό ήταν επαρκής δικαιολογία για τον Ιουστινιανό για να αναλάβει την εκστρατεία. Ο μεγαλοφυής Βελισάριος ανέλαβε να φέρει εις πέρας την αποστολή. Με ένα μικρό στρατό, αλλά με μεγάλο στόλο, αποβιβάστηκε στην Αφρική τον Ιούνιο του 533 και τον επόμενο χρόνο είχε ολοκληρώσει την κατάληψη του βασιλείου των Βανδάλων, αιχμαλωτίζοντας τον βασιλιά τους Γελίμερο, τον οποίο μαζί με την οικογένεια του έστειλε στην Κωνσταντινούπολη. Ο θησαυρός των Βανδάλων, καρπός των πειρατικών επιδρομών τους σε όλη την λεκάνη της Δυτ. Μεσογείου ήταν τεράστιος και προσέφερε την απόσβεση του κόστους της εκστρατείας. Το κύρος του Ιουστινιανού, για την καθ’ όλα επιτυχημένη επιχείρηση του, ανέβηκε πολύ, γιατί οι στρατηγοί του ήταν αντίθετοι στην πραγματοποίηση της εκστρατείας, ενθυμούμενοι την προηγούμενη αποτυχημένη προσπάθεια, επί Λέοντος Α΄, το 468. Ο αυτοκράτορας προσάρτησε στην επικράτεια του την Β. Αφρική και όλα τα νησιά που βρίσκονταν στην εξουσία των Βανδάλων, την Σαρδηνία και την Κορσική, μαζί με τις Βαλεαρίδες. Πάντως, τα προβλήματα στην Αφρική δεν εξαλείφθηκαν, γιατί η Βυζαντινή εξουσία αντιμετώπιζε τις παρενοχλήσεις και τον ανταρτοπόλεμο διαφόρων Μαυριτανικών φυλών. Όταν δε ο Ιουστινιανός αποπειράθηκε να επιβάλλει την Ορθοδοξία, συνάντησε ισχυρή αντίδραση, τόσο από τους Δονατιστές, οι οποίοι ήταν το πλειοψηφικό ρεύμα σ’ αυτήν την περιοχή, όσο και από τους ίδιους τους στρατιώτες του. Οι τελευταίοι, βαρβαρικής καταγωγής οι περισσότεροι και αρειανιστές, επαναστάτησαν και δυσκόλεψαν ακόμα πιο πολύ την κατάσταση. 


Κατόπιν ο αυτοκράτορας στράφηκε στην Ιταλία, η οποία στα μάτια του αντιπροσώπευε την σπουδαιότερη επαρχία του ρωμαϊκού κράτους. Η Ιταλία κυβερνιόταν από Οστρογότθους βασιλείς, οι οποίοι ήταν και αυτοί οπαδοί του Άρειου και φυσικά οι Ορθόδοξοι γνώρισαν αρκετούς διωγμούς. Υπό την εξουσία του Θευδέριχου, ο οποίος τυπικά αναγνώριζε την επικυριαρχία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, η χώρα γνώρισε θρησκευτική ηρεμία, αλλά μετά τον θάνατο του, το 526, τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Την εξουσία ασκούσε η κόρη του Αμαλασούνθα, στο όνομα του γιού της, αλλά οι εσωτερικές αντιθέσεις των Οστρογότθων προκάλεσαν ίντριγκες, αυλικές συνωμοσίες και αρκετές δολοφονίες. Η Αμαλασούνθα βρισκόταν πάντα σε αρμονικές σχέσεις με τον Ιουστινανό και όταν με την σειρά της δολοφονήθηκε, ο αυτοκράτορας βρήκε την αφορμή που ζητούσε, για να επέμβει στην Ιταλία. Στο όνομα της υπεράσπισης των Ορθοδόξων από τους αιρετικούς Οστρογότθους, ο Ιουστινιανός έστειλε τον Βελισάριο στην Σικελία, το 535, την οποία ο στρατηγός του κατέλαβε εύκολα. Στην αρχή οι Οστρογότθοι φάνηκαν να συνθηκολογούν, αλλά μετά, αφού επέλεξαν ως αρχηγό τους τον ικανό Ουϊτιγη αντιστάθηκαν με σθένος στους Βυζαντινούς. Η προέλαση των Βυζαντινών ήταν αργή και δύσκολη, γιατί ο Βελισάριος δεν διέθετε μεγάλο αριθμό στρατιωτών, επειδή αρκετά σώματα στρατού, την ίδια περίοδο, πολεμούσαν στην Βαλκανική, που υφίστατο συνεχείς επιδρομές βαρβαρικών φυλών. Η πρώτη περίοδος του πολέμου τελείωσε πάντως το 540 με την επικράτηση των Βυζαντινών, που κατέλαβαν την Ραβένα, συλλαμβάνοντας αιχμάλωτους τον Ουϊτιγη, πολλούς ευγενείς Γότθους και ένα μεγάλο θησαυρό, που απεστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη. 

Το 540 είναι ένας σημαντικός χρόνος στην βασιλεία του Ιουστινιανού. Κατ’ αρχάς η Μακεδονία και η Θράκη γνώρισαν για πρώτη φορά την επιδρομή των Βουλγάρων, οι οποίοι διέσπασαν τα σύνορα και επιδόθηκαν σε φοβερές λεηλασίες και σφαγές. Ένας νέος εχθρός εμφανιζόταν στο Βυζάντιο, εχθρός που θα απασχολήσει τους βυζαντινούς σχεδόν μέχρι το τέλος του κράτους τους. Μια αντιπροσωπεία των Οστρογότθων εξάλλου πήγε στον Χοσρόη, τον βασιλιά της Περσίας και τον θορύβησε με όσα του ανέφερε. Ο Χοσρόης, εκμεταλλευόμενος την απουσία βυζαντινών στρατευμάτων στα σύνορα του, έσπασε την Αιώνια Ειρήνη και εισέβαλλε στην βυζαντινή επικράτεια. Καίγοντας και λεηλατώντας, οι πέρσες επέδραμαν στην Μεσοποταμία και την Β. Συρία, φτάνοντας μέχρι την Αντιόχεια και ξαναγύρισαν ανενόχλητοι στην πατρίδα τους, απ’ όπου τον επόμενο χρόνο κατέλαβαν την Λαζική. Την ίδια χρονιά, το 541, οι ανυπότακτοι Οστρογότθοι, διάλεγαν για αρχηγό τους τον δραστήριο Τοτίλα. Ο τελευταίος θα βρει μεγάλη υποστήριξη από τα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού της Ιταλίας, γιατί εφάρμοσε μια πολιτική σύγκρουσης με τους μεγάλους γαιοκτήμονες, δίνοντας την ευκαιρία στους χωρικούς να σπάσουν τα δεσμά της εξάρτησης από τους αφέντες τους και πολλοί απ’ αυτούς κατετάγησαν στον στρατό του. Η αντίσταση λοιπόν του Τοτίλα προσέλαβε και κοινωνικά χαρακτηριστικά. 



Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Η δεύτερη φάση της εξωτερικής πολιτικής του Ιουστινιανού αρχίζει με την επέλαση και την καταστροφή που σκορπίζει ένας καινούργιος και διαφορετικός εχθρός, η βουβωνική πανώλη. Ξεκινώντας από την Αίγυπτο και περνώντας από την Συρία και την Μ. Ασία, η πανούκλα θα φτάσει και στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες νεώτερων ιστορικών, ένας αριθμός που κυμαίνεται από το ένα τρίτο έως το μισό του πληθυσμού, πρέπει να υπέκυψε στην αρρώστεια αυτή. Οι συνέπειες της ήταν τρομακτικές σε δημογραφικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο και θα παρεμποδίσει πολύ τον αυτοκράτορα στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει τους εχθρούς που σε διάφορα μέτωπα αντιμετώπιζε. Η λειψανδρία ανάγκασε τον Ιουστινιανό να στραφεί προς τους βαρβαρικούς πληθυσμούς για την στρατολόγηση ανδρών, παρ’ όλο που δεν θεωρούσε πως αυτή ήταν η καλύτερη λύση, ούτε εναρμονίζονταν με την άποψη που είχε περί κράτους. 

Η δεκαετία από το 540 έως το 550 χαρακτηρίζεται από την οπισθοχώρηση των Βυζαντινών και από απώλειες σε όλα τα μέτωπα. Την στιγμή που ο Βελισάριος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με αντεπιθέσεις και συνεχείς οχλήσεις τους πέρσες το 541 και το 542, ο Τοτίλας εκμεταλλευόμενος την απουσία ουσιαστικά στρατευμάτων στην Ιταλία, κατελάμβανε ένα μεγάλο αριθμό πόλεων, με σημαντικότερη την Νάπολη το 543. Το 544 ο Βελισάριος αποστέλλεται ξανά στην Ιταλία, αλλά ο στρατός του ήταν πολύ μικρός για να αντιμετωπίσει τις υπέρτερες δυνάμεις των Οστρογότθων. Το 545 ο Ιουστινιανός έκλεισε ειρήνη με τους πέρσες, οι οποίοι από την πλευρά τους είχαν υποστεί μεγάλες απώλειες από την πανούκλα, αλλά η Λαζική παρέμεινε στα χέρια τους. Ο Τοτίλας το 546 κατελάμβανε την Ρώμη και ο Βελισάριος καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια. Τον επόμενο χρόνο μόνο η Ραβένα και τα λιμάνια της Αγκόνα και του Οτράντο, βρίσκονταν ακόμα στα χέρια των Βυζαντινών, ενώ ο Βελισάριος ανακλήθηκε στην πρωτεύουσα το 549. Παρ’ όλα τα οχυρωματικά έργα του Ιουστινιανού στα σύνορα και την ενδοχώρα των Βαλκανίων, οι Σλάβοι λεηλάτησαν την Θράκη το 545, ενώ το 548 έφθασαν μέχρι το Δυρράχιο. Το 550 μάλιστα προωθήθηκαν σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την ίδια την Κωνσταντινούπολη.

Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική, αλλά η ενεργητικότητα και το χάρισμα του Ιουστινιανού να επιλέγει τους σωστούς συνεργάτες, αποδείχτηκε και πάλι ανώτερη των περιστάσεων. Το 551 ανανεώνει την ειρήνη με τους πέρσες, αφήνοντας τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση τους, με την εξαίρεση της Πέτρας, την οποία ανέκτησε από τους αντιπάλους του. Τον επόμενο χρόνο ετοιμάζει ένα μεγάλο στρατό, που λόγω της έλλειψης βυζαντινών υπηκόων εξ αιτίας της πανούκλας, που είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό, στην σύνθεση του περιλάμβανε πολλούς βαρβάρους. Επικεφαλής του στρατού τοποθέτησε έναν άνθρωπο που φυσιολογικά δεν θα έπρεπε να έχει κανένα στρατιωτικό προσόν, τον ευνούχο Ναρσή. Η στρατηγική του Ναρσή και ο μεγαλύτερος αριθμός των στρατευμάτων του αποδείχτηκαν καθοριστικοί παράγοντες για την επικράτηση των Βυζαντινών. Στην μάχη της Μπούστας ο Τοτίλας πληγώθηκε θανάσιμα και η χαριστική βολή δόθηκε από τον Ναρσή στην μάχη του όρους Λακτάριου, νότια του Βεζούβιου, που σημάδεψε την υποταγή των Οστρογότθων, όπου σκοτώθηκε και ο Τεϊας, ο διάδοχος του Τοτίλα. Το 554 ο Ιουστινιανός μπορούσε να θεωρήσει την κατάκτηση της Ιταλίας ολοκληρωμένη, παρά την αντίσταση κάποιων μεμονωμένων Οστρογότθων, που με την βοήθεια Φράγκων και Αλαμανών θα προσπαθήσουν μάταια να αντισταθούν στους Βυζαντινούς. Και η τελευταία αυτή αντίσταση τέλειωσε το 562. Το 556 ο Ιουστινιανός εξέδιδε μια Πράξη για την αναδιοργάνωση της ζωής στην Ιταλία, που επανέφερε τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, παραγράφοντας όλες τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Τοτίλα. Οι ισχυροί γαιοκτήμονες επανέκτησαν τα δικαιώματα τους και τους δουλοπάροικους τους, ενώ τα φορολογικά μέτρα αποσκοπούσαν στην όσο το δυνατόν ορθολογικότερη κατανομή των συνεισφορών της κάθε τέξης. Όμως, οι καταστροφές της Ιταλίας ήταν τόσο εκτεταμένες, που ήταν αδύνατη κάθε επιστροφή στην φυσιολογική ζωή. Τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού, οι Λογγοβάρδοι θα εισβάλλουν στην Ιταλία, η οποία με την εξαίρεση κάποιων περιοχών θα χαθεί για τους Βυζαντινούς. Μόνο προσωρινή λοιπόν θα αποδειχθεί η κατάκτηση του Ιουστινιανού, που τόσους πόρους και ζωές χρειάστηκε. 

Την ίδια εποχή, το 552, ο Ιουστινιανός επενέβη και στην Ισπανία, βρίσκοντας ευκαιρία τις εμφύλιες διαμάχες διαφόρων Βησιγότθων πριγκήπων. Καλεσμένος από τον Αθαναγίλδο, ο Ιουστινιανός απέστειλε τον στρατηγό Λιβέριο και ο στρατός των Βυζαντινών βοήθησε τον Βησιγότθο πρίγκηπα να επικρατήσει , προσαρτώντας παράλληλα κάποιες πόλεις στο Ν.Α.μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου. 

Ενισχυμένος ο Ιουστινιανός και μην έχοντας ανοιχτά μέτωπα αλλού, διαπραγματεύθηκε με τους πέρσες την επίτευξη μιας συμφέρουσας για τους Βυζαντινούς ειρήνης. Τελικά μια συμφωνία διαρκείας 50 χρόνων υπογράφηκε το 561, με την οποία ο Ιουστινιανός συμφώνησε να πληρώνει ένα ετήσιο ποσό στους πέρσες και σε αντάλλαγμα ξαναπήρε την Λαζική, ενώ ο πέρσης ηγεμόνας υποσχέθηκε να μην ενοχλεί τους χριστιανούς υπηκόους του. Οι ανατολικές επαρχίες του κράτους παρέμειναν ανέπαφες και αυτό το γεγονός είναι μια σημαντική επιτυχία του αυτοκράτορα, με τα τόσα ανοιχτά μέτωπα που είχε ταυτοχρόνως. Το πρόβλημα με τους πέρσες παρέμεινε ανοιχτό μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Ηράκλειου, που 50 περίπου χρόνια αργότερα, θα διαλύσει το βασίλειο τους.

Στον μόνο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, όπου μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Ιουστινιανός απέτυχε, είναι η υπεράσπιση της Βαλκανικής από τους νέους βαρβάρους που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο. Οι λαοί αυτοί, οι Βούλγαροι κυρίως και οι Σλάβοι, θα εγκατασταθούν μόνιμα στην Βαλκανική χερσόνησο και θα αποτελέσουν ένα από τα σημαντικότερα και μονιμότερα προβλήματα για όλους τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες. Θα δημιουργήσουν τα δικά τους κράτη και τον δικό τους πολιτισμό, όπου οι επιρροές του Βυζαντίου είναι αναμφισβήτητες, αλλά δεν θα αφομοιωθούν σ’ αυτό, ούτε θα δεχτούν την επικυριαρχία της Πόλης. Το 559, έγινε η πιο απειλητική εισβολή τους στην Βαλκανική. Διασχίζοντας τον Δούναβη, Βούλγαροι, Σλάβοι και Ούννοι, διαιρέθηκαν σε τρεις ομάδες και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές, στην Μακεδονία, την Θράκη, ακόμα και την κυρίως Ελλάδα, όπου σταμάτησαν μόνο μπροστά στις Θερμοπύλες. Μια ομάδα τους έφθασε μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης και ο γηραιός Βελισάριος τους αναχαίτησε με ένα ολιγάριθμο στρατό που αποτελείτο από βετεράνους στρατιώτες και πολιτοφύλακες. Ο Ιουστινιανός χρησιμοποίησε και την διπλωματία για να τους αντιμετωπίσει. Την στιγμή που ο Βελισάριος, αποδεικνύοντας και πάλι την στρατιωτική του μεγαλοφυϊα με διάφορα τεχνάσματα τους απασχολούσε, ο Ιουστινιανός έστειλε ένα μέρος του στόλου του στον Δούναβη, πράγμα που ανησύχησε τους επιδρομείς, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι τους αποκόπτετο η οδός διαφυγής και συγχρόνως απέστειλε αντιπροσώπους του σε κάποιες άλλες βουλγαρικές φυλές πέρα από τον Δούναβη, με χρυσάφι και δώρα. Οι επιδρομείς ανέκρουσαν πρύμναν, αλλά μόλις έφθασαν στις περιοχές τους, υπέστησαν την επίθεση των δωροδοκημένων από τους Βυζαντινούς φυλές. Αυτή η διπλωματική τακτική, που αποσκοπούσε στην μεταξύ τους διαμάχη των εχθρών του κράτους, θα παραμείνει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Βυζαντινής πολιτικής. Ο Ιουστινιανός την εφάρμοσε και με τους Άβαρους, ένα λαό μογγολικής καταγωγής, που μετακινήθηκε δυτικά υπό την πίεση των Τούρκων. Το 557 κατέφθασε στην Πόλη μια αντιπροσωπεία τους, ζητώντας γη για να εγκατασταθεί. Ο Ιουστινιανός απάντησε γεμίζοντας τους δώρα και χρυσάφι και συνάπτοντας μαζί τους μια συνθήκη συμμαχίας. Οι Άβαροι, μετακινούμενοι δυτικά υπέταξαν τους Βούλγαρους και τους Σλάβους προς όφελος του Βυζαντίου, αλλά το 567, την χρονιά του θανάτου του Ιουστινιανού, είχαν ήδη εγκατασταθεί στον Δούναβη, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία να σπάσουν τα σύνορα και να ορμήσουν στο εσωτερικό της πλούσιας αυτοκρατορίας. 



Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ

Η εξέταση της εσωτερικής πολιτικής του Ιουστινιανού, δεν μπορεί παρά να αρχίσει με το νομοθετικό έργο του, το οποίο είναι σπουδαιότατο για την ιστορία της ανθρωπότητας. Από την αρχή της βασιλείας του άρχισε την αναθεώρηση όλων των ρωμαϊκών νόμων, τους οποίους κατέγραψε με σύστημα. Αυτό το έργο λέγεται κωδικοποίηση, είναι γνωστό με την ονομασία Ιουστινιάνειος Κώδικας ή Κώδικας του Πολιτικού Δικαίου ( Corpus Juris Civilis ), τελείωσε στην ουσία το 534 και είναι ένα μνημείο της νομικής, πάνω στο οποίο βασίστηκε η μεταγενέστερη πορεία της επιστήμης αυτής. Σημαντικότερος βοηθός του και εμπνευστής στο έργο αυτό ήταν ο νομομαθής Τριβωνιανός. 

Από το 528 ο αυτοκράτορας συνέστησε μια επιτροπή, που θα έπρεπε να συγκεντρώσει όλους τους νόμους και τα διατάγματα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, από τον Αδριανό μέχρι την εποχή του. Παρατηρώντας πως οι νόμοι του κράτους περιείχαν πολλές αντιφάσεις μεταξύ τους, λόγω των διαφορετικών χρονικών περιόδων και συνθηκών στις οποίες είχαν θεσπιστεί, θέλησε να διασαφηνίσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα απονέμετο πλέον η Δικαιοσύνη και να καταργήσει όλες τις άχρηστες και αναχρονιστικές διατάξεις. Βασισμένος κατά πολύ στον Θεοδοσιανό Κώδικα, το έργο δημοσιεύτηκε τον επόμενο χρόνο, με την ονομασία Codex Constitutionum ( Κώδικας ). Η πρώτη αυτή έκδοση δεν έχει φθάσει ως εμάς. Το 530 συνέστησε μια άλλη επιτροπή, υπό την προεδρία του Τριβωνιανού, με σκοπό την κωδικοποίηση όλων των Ρωμαίων νομομαθών και νομοθετών. Το έργο αυτό δημοσιεύτηκε το 533 με τον τίτλο Πανδέκτης ( Digestae ) και έβαλε τάξη στις συχνά αντισυγκρουόμενες απόψεις των αρχαίων νομοθετών, θέτοντας τις βάσεις για μια ορθολογικοποιημένη και σύγχρονη με το πνεύμα των καιρών απονομή της δικαιοσύνης. Την ίδια χρονιά με την δεύτερη έκδοση των Constitutiones, το 534, που περιλάμβανε και τους δικούς του νόμους, ο Ιουστινιανός εξέδωσε και ένα εγχειρίδιο προς χρήση των σπουδαστών της νομικής, με τον τίτλο Institutiones ( Εισηγήσεις ). Έπειτα και για όλο το διάστημα που βασίλεψε, προσπάθησε να καλύψει τα τυχόν κενά που υπήρχαν και να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία, εκδίδοντας συνεχώς νέους νόμους, το σύνολο των οποίων καλείται Νεαρές ( Novellae ). Η γλώσσα στην οποία καταγράφηκαν οι Νεαρές ήταν η ελληνική, σημάδι της αλλαγής που υφίστατο με την πάροδο του χρόνου το ρωμαϊκό κράτος και την κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου στις νέες συνθήκες.

Παράλληλα με τη νομοθεσία ο Ιουστινιανός προσπάθησε να αναδιοργανώσει και τη διοίκηση, για να την κάνει πιο αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των ζητημάτων που καθημερινά ανέκυπταν. Θέλοντας να εξασφαλίσει την ευημερία των υπηκόων του, για να μπορεί η πολιτεία να εισπράττει τους φόρους χωρίς να δημιουργούνται προβλήματα και αδικίες, κατάλαβε πολύ γρήγορα πως θα έπρεπε να ελέγχει αποτελεσματικά τους διοικητές των επαρχιών. Αυτό σήμαινε οργανωτικές αναδιαρθρώσεις και στον τομέα αυτό βασίστηκε στην βοήθεια του υπουργού του Ιωάννη Καππαδόκη. Απαγόρευσε λοιπόν μια διαδεδομένη συνήθεια, το suffragium, που συνίστατο στην αγορά από τους διοικητές των επαρχιών της θέσης τους, από τους υψηλότερα ιστάμενους λειτουργούς, οι οποίοι, δωροδοκούμενοι, αδιαφορούσαν για τις ικανότητες τους. Οι διοικητές αυτοί, μετά την εξαγορά της θέσης τους, άρχιζαν να επιβάλλουν στους υπηκόους βαριά φορολογία, για να αναπληρώσουν τα ποσά που είχαν πληρώσει. Ο Ιουστινιανός άρχισε από το 535 να διορίζει ο ίδιος τους διοικητές, δίνοντας τους ένα μεγάλο ποσό σαν μισθό και απαγορεύοντας τους να επιβάλλουν φόρους. Δίπλα στους διοικητές τοποθέτησε τους Defensores Civitatis, ένα είδος υπερασπιστή του λαού, με δικαστικές εξουσίες, που επισήμως ήταν ο φρούραρχος κάθε πόλης, αλλά που μπορούσε να αποδίδει και δικαιοσύνη, χωρίς να είναι αναγκαία για τους υπηκόους, η προσφυγή στην αυτοκρατορική αυλή. Ένωσε τις πλουσιότερες επαρχίες με φτωχότερες, για να μπορούν οι πρώτες να πληρώνουν και για τις δεύτερες τους φόρους στην κεντρική κυβέρνηση και περικόπτοντας τον αριθμό των υπαλλήλων του κράτους, να εξοικονομήσει πόρους. Σε ευαίσθητες συνοριακές γραμμές διαχώρισε τον στρατιωτικό από τον πολιτικό διοικητή, αλλά σε άλλες, παραβαίνοντας μια συνήθεια που κρατούσε από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ολόκληρη η διοίκηση της επαρχίας δινόταν σε ένα και το αυτό πρόσωπο. Προσπάθησε να διαλύσει εκείνους που είχαν μεγάλες ιδιοκτησίες και ανάγκασε τους γιους να ακολουθούν το επάγγελμα του πατέρα, ώστε το κράτος να ελέγχει εύκολα τις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις. 
Μεγάλη σημασία έδωσε ο Ιουστινιανός και στην σωστή οικονομική διαχείρηση και στην εύρυθμη είσπραξη της φορολογίας. Οι ανάγκες του κράτους για τους συνεχείς πολέμους, για τα διάφορα δώρα σε φυλές βαρβάρων στο πλαίσιο της διπλωματικής πολιτικής και για το οικοδομικό πρόγραμμα ήταν τόσο μεγάλες, που θα ήταν παράξενο για μια προσωπικότητα σαν αυτόν, να μην πρόσεχε την σωστή οικονομική λειτουργία του κράτους. Στην εποχή του λοιπόν οι φόροι εισπράττονταν κανονικά, πολλές παράνομες ιδιοκτησίες κατασχέθηκαν, οι χορηγίες προς τις λαϊκές μάζες των πόλεων και οι υπηρεσίες προνοίας περικόπηκαν δραστικά. Προσπάθησε να δώσει ώθηση στο εμπόριο και την βιομηχανία του μεταξιού. Στον Ιουστινιανό χρωστάμε την εισαγωγή της καλλιέργειας του μεταξιού, που μέχρι τότε το μυστικό της ήξεραν μόνο οι Κινέζοι, κρατώντας το καλά φυλαγμένο. Δύο καλόγεροι πήγαν στην Σογδιανή και μέσα στα κούφια τους μπαστούνια έφεραν τους μεταξοσκώληκες. Από τότε το Βυζάντιο είχε το μονοπώλιο της καλλιέργειας και της εκμετάλλευσης του μεταξιού, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη. 

Σημαντικό ήταν και το οικοδομικό πρόγραμμα του Ιουστινιανού, που περιελάμβανε ένα μεγάλο αριθμό κοινωφελών έργων, όπως ορφανοτροφεία, γηροκομεία και νοσοκομεία, εκτός από μοναστήρια και εκκλησίες. Το πρόγραμμα αυτό περιγράφεται εκτενώς από τον Προκόπιο στο βιβλίο του “ Περί Κτισμάτων ”. Οπωσδήποτε, το σπουδαιότερο οικοδόμημα του ήταν η εκκλησία της Αγίας Σοφίας, που άρχισε να κτίζεται το 532 μετά την καταστολή της στάσης του Νίκα και τελείωσε το 537. Λέγεται πως ο Ιουστινιανός, στα εγκαίνια της εκκλησίας, εντυπωσιασμένος από το αποτέλεσμα, ανέκραξε γεμάτος ενθουσιασμό “Νενίκηκας σε Σολομώντα ”, θέλοντας να πει πως η Αγία Σοφία ήταν πιο σπουδαίο και μεγαλοπρεπές κτίσμα από τον ναό του Σολομώντα. Σημαντική είναι και η άλλη εκκλησία που έκτισε, λόγω της πρωτοτυπίας του οκταγωνικού της σχεδίου, η εκκλησία των Αγίων Σέργιου και Βάκχου. Όμως το πρόγραμμα αυτό συμπεριελάμβανε και οχυρωματικά έργα, φρούρια, γέφυρες και υδραγωγεία, ακόμα και το ξανακτίσιμο ολόκληρων πόλεων που είχαν καταστραφεί από σεισμούς. 

Ο Ιουστινιανός, καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του δεν έπαψε να ασχολείται και με τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο πρωταρχικός του στόχος ήταν η πραγμάτωση μιας μεγάλης και ενιαίας κρατικής θρησκείας, της Ορθοδοξίας, η οποία θα αντανακλούσε στο θρησκευτικό πεδίο την πολιτική και κοινωνική ενότητα του κράτους. Όμως, το σχέδιο αυτό γεννούσε μεγάλα διλήμματα, από την στιγμή που διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές είχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και άλλες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στην αρχή, το 536, για να ικανοποιήσει τους δυτικούς, τους οποίους είχε ανάγκη για την κατάκτηση της Ιταλίας, καταδίωξε τις αιρέσεις και απαγορεύτηκε σε οπαδούς του μονοφυσιτισμού να καταλαμβάνουν κρατικά και στρατιωτικά αξιώματα. Όμως ο μονοφυσιτισμός είχε σημαντικό λαϊκό έρεισμα στην Συρία και την Αίγυπτο, όπου αποτελούσε την θρησκευτική πλειοψηφία και διαπλεκόταν με τα εθνικά αισθήματα των κατοίκων, που δεν αναγνώριζαν τον πρωτεύοντα ρόλο της Κωνσταντινούπολης. Μοιραία λοιπόν η θρησκεία ταυτιζόταν με την πολιτική και η σκληρή πολιτική του Ιουστινιανού δεν επέφερε παρά μόνο την ολοένα και περισσότερο ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια. Όσο ζούσε η Θεοδώρα, η οποία καταγόμενη από την Αίγυπτο είχε μια πιο ολοκληρωμένη εποπτεία των πραγμάτων στις σημαντικότατες αυτές επαρχίες, σε σημείο που να θεωρείται οπαδός του Μονοφυσιτισμού, προσπαθούσε να πείσει τον Ιουστινιανό να ακολουθήσει πιο συμβιβαστική πολιτική. Γι’ αυτό, το 543 ο Ιουστινιανός σταμάτησε τις διώξεις και επέτρεψε μάλιστα στους μονοφυσίτες να ανασυστήσουν την εκκλησία τους. Αυτοί που αντιδρούσαν σε κάθε συνεννόηση με τους μονοφυσίτες ήταν οι δυτικοί επίσκοποι, που παρεμπόδιζαν τις συμβιβαστικές απόπειρες του αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός το 544 εξέδωσε ένα Διάταγμα, στο οποίο καταδίκαζε κάποιες θέσεις των μονοφυσιτών, κυρίως της σχολής της Αντιόχειας, αλλά παράλληλα έπραττε το ίδιο και με τρία κείμενα ( τα λεγόμενα Τρία Κεφάλαια ) που περιείχαν αντιμονοφυσιτικές θέσεις και είχαν αναγορευθεί ως επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας, από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος. Οι δυτικοί αντέδρασαν σφοδρά και ο πάπας Βιγίλιος, αν και χρωστούσε το αξίωμα του στην Θεοδώρα, έγινε ο πρωτεργάτης της αντίστασης. Ο Ιουστινιανός τον ανάγκασε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά από πολλές πιέσεις, ο Βιγίλιος αναγκάστηκε απρόθυμα να καταδικάσει τα Τρία Κεφάλαια. Όμως το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν μεγάλες αντιδράσεις στην Δύση και ο αυτοκράτορας αποφάσισε να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Χωρίς να περιμένει τις αποφάσεις της Συνόδου, ο Ιουστινιανός επανέλαβε την καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων και παράλληλα απαγόρευσε κάποια κείμενα από σημαντικές εκκλησιαστικές μορφές της Αντιόχειας, πρωτεργάτες του μονοφυσιτισμού. Την ίδια στιγμή ο Βιγίλιος πρωτοστατούσε στις εναντίον του επιθέσεις από την Χαλκηδόνα, στην οποία είχε βρει άσυλο σε ένα ναό. Οι απόψεις του Ιουστινιανού τελικά υπερίσχυσαν στην 5η Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης του 553, ο Βιγίλιος υποχώρησε, αλλά η πλειοψηφία των δυτικών επισκόπων δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της. Έτσι δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες, που θα διαρκέσει για 50 περίπου χρόνια, αλλά και στο εσωτερικό της δυτικής Εκκλησίας, που θα κρατήσει για 150 περίπου χρόνια. Ο Ιουστινιανός λοιπόν, στον τομέα αυτό δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Δεν μπόρεσε να κερδίσει την εύνοια των μονοφυσιτών και παράλληλα αποξενώθηκε από τους δυτικούς, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ωμή παρέμβαση του σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Ο αυτοκράτορας αντίθετα θεωρούσε χρέος και αποστολή του να καθοδηγεί τα θέματα της Εκκλησίας και γι’ αυτό αποκαλούσε τον εαυτό του “Αυτοκράτορα και Ιερέα ”. Στο τέλος οι συνεχείς ασκήσεις εξισορρόπησης των αντίθετων ιδεών Δυτικών και Ανατολικών, τους οποίους ο Ιουστινιανός χρειαζόταν το ίδιο για την εκπλήρωση των σχεδίων του, θα οδηγηθούν σε αδιέξοδο και αποτυχία. Προς το τέλος μάλιστα της ζωής του, θα οδηγηθεί και ο ίδιος σε αιρετικές θέσεις, προπαγανδίζοντας την θεωρία πως το ανθρώπινο σώμα του Ιησού στην πραγματικότητα ήταν Θείο και ο Ιησούς φαινομενικά υπέφερε. Μόνο με τον θάνατο του αυτοκράτορα θα αποφευχθούν καινούργιες συγκρούσεις και διαμάχες στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Πάντως ο Ιουστινιανός είναι ένα τυπικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες θα αντιμετωπίζουν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Βυζαντίου την θρησκεία και της ιδέας που είχαν για τον δικό τους ρόλο. 

Λιγότερες δυσκολίες αντιμετώπισε ο Ιουστινιανός με τον παγανισμό, που ήταν πια πολύ αδύναμος για να αντιδράσει. Ήδη από το 528, με διάταγμα του έκλεισε την φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, τελευταίο προπύργιο της διδασκαλίας της αρχαίας λατρείας, ενώ απαγορεύτηκε στους οπαδούς της να καταλαμβάνουν θέσεις στην κρατική μηχανή. Τέλος καταδίωξε και τους Σαμαρείτες, την ιουδαϊκή αίρεση, που εξεγέρθηκαν το 529, έχοντας ταυτόχρονα κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα. 
Ο Ιουστινιανός, στο πανόραμα της Βυζαντινής ιστορίας, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα και το στίγμα του στο Βυζαντινό κράτος υπήρξε ανεξίτηλο. Φιλόδοξος, ακατάβλητος και οργανωτικός έκανε πράξη αυτό που όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ονειρεύτηκαν, την ανασύσταση και την ενοποίηση του ρωμαϊκού κράτους. Οπωσδήποτε, σε μια μακροχρόνια προοπτική, τα αποτελέσματα ήταν κατώτερα από την ενέργεια και τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους που χρησιμοποιήθηκαν. Η θρησκευτική του πολιτική βάθυνε το χάσμα με τις επαρχίες της Αιγύπτου και της Συρίας προετοιμάζοντας την εύκολη αραβική κατάκτηση των περιοχών αυτών, ενώ δεν έλυσε τα προβλήματα με την Δύση. Όμως παραμένει γεγονός ότι η επιτυχημένη εν τέλει προσπάθεια του Ιουστινιανού, όσον αφορά τον δικό του βιολογικό κύκλο, συσπείρωσε, σε πολιτιστικό επίπεδο, τα πιο ζωντανά κοινωνικά στρώματα της εποχής του και έδωσε όραμα σε επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο αυτοκράτορας αυτός αναβίωσε μια εξουσία και ένα κράτος που για πολλά χρόνια απουσίαζαν και έγινε σημείο αναφοράς και κατεύθυνση για πολλές συνειδήσεις. Ήταν ένας καινούργιος άνθρωπος που συνέλαβε τον ρόλο του κράτους σε μια κοινωνία και στους επί μέρους τομείς της, σε μια εποχή που παρόμοιες αναζητήσεις ήταν σπανιότατες, αν δεν απουσίαζαν εντελώς. Όπως γράφει και ο μεγάλος βυζαντινολόγος Σαρλ Ντιλ, “ αυτός ο χωρικός από την Μακεδονία, είναι ο εξοχότερος αντιπρόσωπος δύο μεγάλων ιδεών: της αυτοκρατορικής και της χριστιανικής ιδέας. Και το όνομα του θα μείνει αθάνατο στην Ιστορία, ακριβώς γιατί είχε αυτές τις δύο μεγάλες ιδέες ”.





Ιουστινιανός ο Β' ο Ρινότμιτος

Αυτοκράτορας του Βυζαντίου από το 685 έως το 695 και από το 705 έως το 711. Γιός του Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου, οφείλει το προσωνύμιο του στο γεγονός πως μετά την πρώτη εκθρόνιση του, οι στασιαστές του έκοψαν την μύτη. Η ανάμνηση του ονόματος του στην ιστορία του Βυζαντίου συνδέθηκε με την τρομερή σκληρότητα του χαρακτήρα του, αν και φαίνεται πως είχε ικανότητες, τις οποίες δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί για το καλό του κράτους του. 
Ο Ιουστινιανός ανήλθε στον θρόνο σε ηλικία 16 ετών, αμέσως μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου. Στην αρχή της βασιλείας του συνήψε συμφωνία με τους άραβες, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση της καταβολής ενός ετησίου φόρου, μεγαλύτερου από εκείνου που ήδη πλήρωναν στον πατέρα του, ενώ αποδέχτηκαν και την συγκυριαρχία στις επαρχίες της Αρμενίας και της Κύπρου, που την εποχή εκείνη ήταν κόμβος εμπορίου και πολύ σημαντικό, από στρατηγική άποψη, σημείο. Όμως οι αντιθέσεις και οι προστριβές που θα προκύψουν για το ζήτημα της κυριαρχίας στην Κύπρο θα οδηγήσουν στην σύγκρουση μεταξύ βυζαντινών και αράβων, η οποία θα λήξει με την ήττα του βυζαντινού στρατού στην μάχη της Σεβαστούπολης το 691 και στην κατάκτηση της Αρμενίας εκ μέρους των αράβων. Καλύτερο αποτέλεσμα είχε ο πόλεμος που ανέλαβε εναντίον των σλάβων, τους οποίους ο Ιουστινιανός, με την εκστρατεία του 688, κατάφερε να υποτάξει, ξανακερδίζοντας εκτεταμένες ζώνες στην Μακεδονία και την Θράκη. Ο αυτοκράτορας δέχτηκε την εγκατάσταση σλάβων στον ελληνικό χώρο, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της λειψανδρείας που υπήρχε στην κυρίως Ελλάδα. Οργανώθηκαν τα δύο θέματα της Θράκης ( 687 ) και της Ελλάδας ( 695 ) κατά το πρότυπο των αντίστοιχων θεμάτων της Ανατολής και δόθηκε γη σε σλάβους, υπό τον όρο να υπηρετήσουν στον βυζαντινό στρατό και να υπερασπίζονται τους τόπους στους οποίους εγκαθίσταντο.

Το 691 ο Ιουστινιανός συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη μια νέα Σύνοδο, γνωστή ως η Εν Τρούλλω Σύνοδος, από την αίθουσα των ανακτόρων στην οποία επιτέλεσε τις εργασίες της. Για τον λόγο ότι θεωρήθηκε ως συμπληρωματική της προηγουμένης, την οποία είχε συγκαλέσει ο Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, καθώς επίσης και της Ε΄ Οικουμενικής, την οποία είχε συγκαλέσει ο Ιουστινιανός Α΄ το 553, η εν Τρούλλω Σύνοδος είναι γνωστή επίσης ως Πενθέκτη. Η Σύνοδος, στην οποία έλαβαν μέρος όλοι οι Πατριάρχες της Ανατολής και περίπου 200 επίσκοποι, ασχολήθηκε περισσότερο με τον καθορισμό κανόνων για την ιδιωτική ζωή και την πρέπουσα συμπεριφορά του κλήρου, καθώς επίσης και με την εκκλησιαστική πειθαρχία και λιγότερο με δογματικά ζητήματα. Οι 102 Κανόνες οι οποίοι διαμορφώθηκαν κατά την Σύνοδο, εναντιώνονταν σε πολλά σημεία τους στην συνηθισμένη πρακτική της Δυτικής Εκκλησίας και σε αρκετούς νόμους της. Οι αντιθέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, όσον αφορούσε ζητήματα της καθημερινής ζωής του κλήρου, εντάθηκαν και προκάλεσαν έριδες. Για παράδειγμα, η Ανατολική Εκκλησία αποδέχθηκε τον γάμο των απλών ιερωμένων, κάτι το οποίο δεν γινόταν αποδεκτό επ’ ουδενί λόγω στην Δύση. Επικυρώθηκε το σύστημα της Πενταρχίας, δηλαδή καθορίστηκαν οι πέντε μεγαλύτερες επισκοπικές έδρες κατά ιεραρχική σειρά ( Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιεροσόλυμα ), οι οποίες βρίσκονταν στην επικράτεια του ενός και μόνου παγκόσμιου Χριστιανικού κράτους, όπως ακόμα θεωρούσαν οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης το κράτος που διοικούσαν. Η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη αποφασίστηκε ότι ήταν ισότιμες μεταξύ τους. Ο πάπας Σέργιος Α΄, ο οποίος δεν παρέστη στην Σύνοδο και ούτε απέστειλε αντιπροσώπους του, αρνήθηκε να δεχθεί τους κανόνες που αυτή καθόρισε, παρ’ όλες τις πιέσεις του Ιουστινιανού δεν τους υπόγραψε και το γεγονός αυτό οδήγησε σε τριβές με την αυτοκρατορική εξουσία. Ο Ιουστινιανός διέταξε την φρουρά της Ραβένας να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει στην Πόλη, αλλά ο στρατός αρνήθηκε να εκτελέσει την διαταγή του. Οι Κανόνες της εν Τρούλλω Συνόδου δεν έγιναν ποτέ δεκτοί στο σύνολο τους από την Δυτική Εκκλησία. Μια άλλη σημαντική απόφαση της Συνόδου, ήταν η απαγόρευση όλων των θεατρικών παραστάσεων και όλων των συναφών θεαμάτων. Δεν γνωρίζουμε επαρκώς κατά πόσον εφαρμόστηκε αυτή η απόφαση, αλλά εντούτοις οι ιστορικοί θεωρούν την ημερομηνία της εν Τρούλλω Συνόδου, ως το τέλος του αρχαίου θεάτρου. 

Η σκληρότητα του χαρακτήρα του Ιουστινιανού όμως, καθώς επίσης και η άγρια οικονομική πολιτική του, όπως αυτή εκφραζόταν ιδίως μέσω των λαομίσητων συμβούλων του Στεφάνου και Θεόδοτου, οδήγησαν σε στάση εναντίον του και το 695 σημειώθηκε η εξέγερση που τον ανέτρεψε και στον θρόνο ανέβηκε ο Λεόντιος, ο στρατηγός του θέματος της Ελλάδας. Οι επαναστάτες έκοψαν την μύτη του Ιουστινιανού αφού τον διαπόμπευσαν στον Ιππόδρομο και τον εξόρισαν στην Χερσώνα της Κριμαίας, συνηθισμένο τόπο εξορίας, υπό αυστηρή επιτήρηση των κατοίκων της πόλης, ενώ σκότωσαν όλους τους συνεργάτες του. Πληροφορούμενος όμως ότι ο αυτοκράτορας Τιβέριος Γ΄, που στο μεταξύ ανέτρεψε τον Λεόντιο σχεδίαζε να τον συλλάβει, ο Ιουστινιανός δραπέτευσε από την Χερσώνα και ζήτησε καταφύγιο στον χαγάνο των Χαζάρων, με τους οποίους η οικογένεια του είχε καλές σχέσεις από την εποχή των πολέμων εναντίον των περσών του προγόνου του Ηρακλείου. Εκεί ο Ιουστινιανός παντρεύτηκε την αδελφή του χάνου, η οποία πήρε το όνομα Θεοδώρα, συσφίγγοντας ακόμα περαιτέρω τις σχέσεις τους, αλλά λίγο μετά η γυναίκα του τον πληροφόρησε πως ο αδελφός της σχεδίαζε να τον δολοφονήσει, υποκινούμενος από τον Τιβέριο, που του είχε προσφέρει πολύ χρυσάφι. Ο Ιουστινιανός κατέφυγε τότε στον βασιλιά των Βουλγάρων Τερμπέλ και ενισχυμένος με στρατιώτες απ’ αυτόν, βάδισε κατά της Κωνσταντινούπολης, εκμεταλλευόμενος την εσωτερική αναρχία στην Πόλη και αφού μπήκε στην Πόλη δωροδοκώντας τους φρουρούς, ξανακέρδισε τον θρόνο του το 705, δέκα χρόνια μετά την ανατροπή του. 

Η δεύτερη περίοδος της βασιλείας του Ιουστινιανού ήταν μια περίοδος τρομοκρατίας και δολοφονιών. Ο αυτοκράτορας διψούσε για εκδίκηση κατά των ανατροπέων του και οι μαζικές δολοφονίες που διέπραξε, του στέρησαν την όποια υποστήριξη είχε ακόμα ανάμεσα στους κύκλους της ανώτερης τάξης στην βασιλεύουσα και στα λαϊκά στρώματα. Οι επιδρομές των βουλγάρων του Τερμπέλ, ο οποίος είχε εξαγριωθεί, γιατί ο Ιουστινιανός δεν μπόρεσε να του δώσει ότι του είχε υποσχεθεί για την βοήθεια που του προσέφερε όταν ξαναπήρε τον θρόνο του, ταλαιπωρούσαν τους κατοίκους της Βαλκανικής και μεγάλωναν ακόμα περισσότερο την λαϊκή δυσαρέσκεια. Μόνο με την δυτική Εκκλησία ο Ιουστινιανός κατάφερε να συνεννοηθεί, για λόγους αμοιβαίου συμφέροντος και το 710 προσκάλεσε τον πάπα Κωνσταντίνο στην Πόλη, πιθανώς για να υπογράψει τους Κανόνες της εν Τρούλλω Συνόδου. Όμως δεν πρόλαβε να προωθήσει τις σχέσεις αυτές, γιατί το 711, ενώ πολιορκούσε την Χερσώνα, θέλοντας να την εκδικηθεί για την συμπεριφορά των κατοίκων της όταν ήταν εξόριστος εκεί, ο στρατηγός Βαρδάνιος επαναστάτησε στην Χερσώνα και με την βοήθεια των Χαζάρων, αφού ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, βάδισε κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιουστινιανός δεν είχε πια συμμάχους στην πρωτεύουσα και έτσι η δεύτερη και τελειωτική ανατροπή του ήταν σχεδόν αναίμακτη. Ο ίδιος όμως και η οικογένεια του σφαγιάστηκαν και με τον θάνατο του εξαφανίζεται ο οίκος και η δυναστεία του Ηράκλειου.