Μεταφραστής

Word

 To: 

Langtolang Dictionary

Κοινωνία & Πολιτικό Σύστημα

Εκτύπωση

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Το γεγονός ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία άντεξε για τόσα πολλά χρόνια οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στο πολίτευμα του κράτους, πολίτευμα που αναπροσαρμόζονταν με την πάροδο του χρόνου, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις και προβλέποντας τις ανάγκες στους τομείς της οργάνωσης της διοίκησης.Στην κορυφή του Βυζαντίου βρισκόταν ο αυτοκράτορας, θεσμός που προέρχεται από την Ρώμη, αλλά που στο Βυζάντιο απέκτησε καινούργια χαρακτηριστικά.Η Σύγκλητος, ένα είδος βουλής που υπήρχε στην Ρώμη και βοηθούσε τον βασιλιά στα καθήκοντα του, εξαφανίστηκε σιγά σιγά,αν και τυπικά εξακολουθούσε να υπάρχει.

Δεν είχε όμως καμιά αρμοδιότητα,και έτσι ο αυτοκράτορας μπορούσε να λαμβάνει τις αποφάσεις μόνος του. Διόριζε και απέλυε τους κρατικούς λειτουργούς κατά πως ήθελε,έλεγχε πλήρως τα οικονομικά , θέσπιζε νόμους μόνος αυτός και ήταν ο ανώτατος στρατιωτικός αρχηγός και η κεφαλή της Εκκλησίας. Στα χέρια του λοιπόν συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες. Ο επίσημος τίτλος του ήταν Βασιλεύς. Υπήρχε κάποια αίσθηση πως η εξουσία του βασιλιά πήγαζε από τον λαό και ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει την εξουσία στον αυτοκράτορα. Το γεγονός αυτό, κατά κάποιο τρόπο, φαίνεται από το ότι ο βασιλιάς ήταν αιρετός, δηλαδή κάποιοι τον εξέλεγαν και αυτοί ήταν η Σύγκλητος, ο στρατός και ο λαός της Πόλης.Η στέψη του γινόταν αφού πρώτα τα τρία αυτά σώματα επευφημούσαν τον υποψήφιο και η βασιλεία του ήταν κάτω από την συνεχή παρακολούθηση των τριών αυτών παραγόντων.

Όταν ένας από αυτούς θεωρούσε πως η διοίκηση του βασιλιά δεν ήταν ικανοποιητική, μπορούσε να ανακηρύξει άλλο αυτοκράτορα και στην περίπτωση αυτή ο εμφύλιος πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Η Βυζαντινή ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα αυτού του είδους. Οι αυλικές συνωμοσίες ήταν ένας άλλος τρόπος σφετερισμού της εξουσίας, μα στην περίπτωση αυτή τα συμφέροντα ήταν περισσότερο προσωπικά. Ο στρατός έπαιζε τον σημαντικότερο ρόλο στις περιπτώσεις των επαναστάσεων και των συνωμοσιών, αλλά και ο λαός σε αρκετές περιστάσεις ανέβασε στον θρόνο κάποιον ευνοούμενο του.

Με την πάροδο του χρόνου , η διαδοχή των αυτοκρατόρων γινόταν με ομαλότερο τρόπο. Όσο ζούσε λοιπόν ο βασιλιάς έστεφε σαν συμβασιλέα του κάποιον που ήθελε, που μπορούσε να ήταν συνεργάτης του, συγγενής του ή κάποιο άλλο αγαπητό στο λαό πρόσωπο.Αυτός ο συναυτοκράτορας λοιπόν έπαιρνε τον θρόνο μόλις ο νόμιμος βασιλιάς πέθαινε, ενώ στη βάση αυτής της συνήθειας επικράτησε το κληρονομικό δικαίωμα στην διαδοχή, από πατέρα σε γιο.Ο αυτοκράτορας στεφόταν από τον Πατριάρχη στην εκκλησία και έπρεπε να είναι Ορθόδοξος. Την παραμονή της στέψης του οι συγκλητικοί, οι υπουργοί και οι στρατηγοί των θεμάτων υπόσχονταν πίστη στον αυτοκράτορα.Το ίδιο έκαναν και οι εκπρόσωποι των τάξεων της πρωτεύουσας και οι στρατιώτες.Ο αυτοκράτορας θεωρούσε τον εαυτό του σαν αντιπρόσωπο του Θεού πάνω στη γη και , σαν αρχηγός της εκκλησίας είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο στις υποθέσεις της εκκλησίας.

Πίστευαν ότι η στέψη έκανε τον αυτοκράτορα κάτι σαν ημίθεο, τοποτηρητή του Θεού στην γη, ενώ θεωρούσαν πως ο βασιλιάς μπορούσε να κάνει διακηρύξεις που αφορούσαν το Χριστιανικό δόγμα και να προεδρεύει στις Οικουμενικές Συνόδους.Έτσι ο αυτοκράτορας θεωρούσε ότι βρισκόταν σε άμεση σχέση με τον Θεό, που ήταν η πηγή κάθε εξουσίας.Επειδή οι γυναίκες δεν μπορούσαν να χειροτονηθούν ιερείς και να ηγηθούν του στρατού, είναι λογικό να πιστεύουμε ότι οι γυναίκες δεν ήταν δυνατόν να στεφθούν αυτοκράτειρες. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν υπήρχε καμμία απαγόρευση από τους νόμους του κράτους κι έτσι η θέση των γυναικών που βρισκόταν στην κεφαλή της αυτοκρατορίας ήταν παράξενη. Η σύζυγος του αυτοκράτορα ανέβαινε στο θρόνο με τη στέψη του άνδρα τηςή με τον γάμο της με τον βασιλιά.Και σε πολλές περιπτώσεις, όταν ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να ασκήσει την εξουσία, η γυναίκα του ασκούσε την κυβέρνηση στο όνομα του, ενώ αν χήρευε αυτή ήταν που είχε την πραγματική εξουσία.Εξέλεγε τον διάδοχο του θρόνου,ενώ οι σύζυγοι της έπαιρναν το δικαίωμα συμμετοχής τους στην εξουσία, από το γεγονός ότι παντρεύονταν την Αυγούστα, όπως ήταν ο επίσημος τίτλος της.

Και τέλος, αν η Αυγούστα δεν ήθελε να μοιραστεί με κανένα την κυβέρνηση, τότε μπορούσε να κυβερνά μόνη της και νόμιμα , χωρίς να υφίσταται πρόβλημα.
Ο λαός της πρωτεύουσας είχε οργανωθεί σε τέσσερις ομάδες ή δήμους ,όπως τις καλούσαν, τους Πράσινους, τους Βένετους , τους Λευκούς και τους Ερυθρούς.Οι δύο τελευταίοι δήμοι απορροφήθηκαν από τους δύο πρώτους, ενώ είναι άγνωστη η εποχή που εμφανίστηκαν. Οι δήμοι αυτοί είχαν πολιτικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις.  Στην πρώτη περίπτωση ονομάζονταν Πολιτικοί , είχαν αρχηγό τους τον Δήμαρχο και ασχολούνταν με καθήκοντα, όπως να φροντίζουν την καθαριότητα της πόλης και να παίρνουν προληπτικά μέτρα για πιθανές καταστροφές.

Στην δεύτερη περίπτωση λέγονταν Περατικοί και ήταν κάτι σαν φρουρά της πόλης, ενώ είχαν έναν αρχηγό που ονομαζόταν Δημοκράτης. Το μέρος όπου εκφραζόταν η δραστηριότητα των δήμων ήταν ο Ιππόδρομος και όλος ο λαός της Κωνσταντινούπολης είχε χωριστεί σε οπαδούς της μιας ή της άλλης ομάδας. Έτσι ο λαός της Πόλης είχε μέσα από τους Δήμους ένα βήμα για να εκφράζει τις απόψεις και τις επιθυμίες του, και για το λόγο ότι οι Δήμοι εξέφραζαν διαφορετικά συμφέροντα και τάξεις. Οι αρχηγοί των Βένετων προέρχονταν συνήθως από την συγκλητική αριστοκρατική τάξη και ήταν οπαδοί της Ορθοδοξίας, ενώ οι Πράσινοι εξέφραζαν τα συμφέροντα των εμπόρων και των βιοτεχνών και ήταν μονοφυσίτες.Την εποχή του Ιουστινιανού οι δήμοι είχαν αρκετή δύναμη, όπως φαίνεται από τη στάση του Νίκα, αλλά με τον καιρό η θέση τους εξασθένισε και ήδη από την εποχή των Ισαύρων ήταν πολύ υποβαθμισμένη. Με την παρακμή των Δήμων, ο λαός της Πόλης έχασε το μόνο μέσο που είχε για να εκφράζει τις απόψεις του, και από τότε έδειχνε τις επιθυμίες του μόνο με στάσεις και ταραχές.
Είπαμε πως ένας άλλος εκλέκτορας του βασιλιά ήταν η Σύγκλητος. Αν και προέρχεται από το ομώνυμο Ρωμαϊκό σώμα ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό στη σύνθεση και τις εξουσίες που είχε. Με τον καιρό η Σύγκλητος εξασθένισε πολύ, αν και συνέχιζε να υπάρχει ως σώμα για όλη την ιστορία του Βυζαντίου.Η ακμή της τοποθετείται τον 6ο και 7ο αι.,και την αποτελούσαν όλοι οι αξιωματούχοι , καθώς επίσης και εκείνοι που είχαν εξασκήσει κάποιο αξίωμα στο παρελθόν, όπως και οι απόγονοι τους.

Έτσι στο σώμα αυτό ανήκαν όλοι οι πλούσιοι και εξέχοντες πολίτες του κράτους , αλλά τα δικαιώματα τους και οι εξουσίες τους ήταν σχετικά περιορισμένες και ασαφείς. Ο Λέων ο ΣΤ’κατάργησε όλα τα δικαιώματα της Συγκλήτου, πράξη που απλώς επικύρωσε μια κατάσταση που υπήρχε από πολύ καιρό.Το σώμα αυτό τώρα πια το καλούσε ο βασιλιάς για να ανακοινώσει κάτι ή για να γίνει μάρτυρας σε κάποια πράξη του, χωρίς δικαίωμα να εκφέρει γνώμη.Η πραγματική αριστοκρατία εξάλλου του Βυζαντίου ήταν πια στρατιωτική και μέσα από τον στρατό αντλούσε τη δύναμη της και τη θέση της.

Ο πραγματικός φραγμός στις αυθαιρεσίες του αυτοκράτορα όμως ήταν οι Νόμοι. Αν και ο βασιλιάς ήταν η πηγή όλων των νόμων, ο νόμος εντούτοις ήταν κάτι ανώτερο από τον αυτοκράτορα.Ήταν ο μόνος θεσμός στον οποίο λογοδοτούσε ο βασιλιάς, ο οποίος θεωρούσε καθήκον του να τους ακολουθεί και να τους τηρεί.Πολλοί βασιλιάδες προσπάθησαν να κωδικοποιήσουν τους νόμους είτε για να τους εναρμονίσουν με το πνεύμα των καιρών είτε για να τους αποσαφηνίσουν και να μην υπάρχουν απορίες και ελλείψεις. Ο πρώτος που αποπειράθηκε να κάνει μια γενική κωδικοποίηση των νόμων ήταν ο Θεοδόσιος Β’, αλλά η προσπάθεια του έμεινε ημιτελής. Ο Ιουστινιανός έκανε ένα τιτάνιο έργο, το οποίο είναι η βάση και του σημερινού νομικού μας συστήματος. Με τον νομομαθή Τριβωνιανό, συνέταξε ένα κώδικα που περιλάμβανε όλη την υπάρχουσα νομοθεσία, που δημοσίευσε το 529. Ύστερα, το 533 δημοσίευσε τους Πανδέκτες, ένα απάνθισμα όλων των νόμων του παρελθόντος, ενώ τον επόμενο χρόνο εξέδωσε μια βελτιωμένη έκδοση του Ιουστινιάνειου κώδικα. Μέχρι το τέλος της βασιλείας του δημοσίευε επίσης τις Νεαρές, που σαν στόχο τους είχαν να συμπληρώνουν ελλείψεις, να αναθεωρούν και να εκσυγχρονίζουν διάφορους νόμους.

Οι νόμοι του Ιουστινιανού παρέμειναν εμποτισμένοι από το Ρωμαϊκό πνεύμα και διατήρησαν το διαζύγιο , την δουλεία ή την θανατική ποινή, παρ’ όλη την αντίθεση της εκκλησίας.Οι Βυζαντινοί τιμούσαν πολύ τους Ρωμαϊκούς νόμους και το γεγονός πως τους διατήρησαν σχεδόν αυτούσιους για πολλά χρόνια, παρ’ όλο που ήταν εξαιρετικά θεοσεβούμενοι, το αποδεικνύει.Αυτός που αναμόρφωσε τους νόμους, δίνοντας τους ένα Χριστιανικό πνεύμα ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος.Το 739 εξέδωσε τις Εκλογές , γράφοντας στο προοίμιο πως ήθελε να εισαγάγει τις Χριστιανικές αρχές στη νομοθεσία.Κατάργησε την θανατική ποινή, βελτίωσε τη θέση των γυναικών και έδωσε στην Εκκλησία πολλά δικαιώματα στην ανατροφή των παιδιών και στον έλεγχο της κοινωνίας.

Ο Βασίλειος ο Μακεδόνας όμως αντικατέστησε τις Εκλογές με τον Πρόχειρο Νόμο, για να εξαφανίσει κάθε εργασία που  είχε γίνει από τους μισητούς εικονομάχους Ίσαυρους, αλλά και για να μειώσει την επιρροή της Εκκλησίας, στην οποία παραδόξως οι Ίσαυροι είχαν δώσει πολλά προνόμια. Ο γιος του, ο Λέων ΣΤ’, εξέδωσε τα Βασιλικά, ένα κώδικα που στο εξής ήταν η αυθεντία στην νομική επιστήμη και τα οποία ο Λέων συμπλήρωσε με αρκετές Νεαρές.Αν και οι Μακεδόνες επιχείρησαν μια επιστροφή στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, εντούτοις το πνεύμα των Ισαύρων εξακολουθούσε να υπάρχει. Οι νόμοι ήταν ήπιοι, το οικογενειακό δίκαιο παρέμεινε όπως το είχαν διαμορφώσει οι Ίσαυροι και το κυριότερο καινούργιο στοιχείο ήταν πως οι Μακεδόνες αφαίρεσαν τα προνόμια της Εκκλησίας.Τα Βασιλικά ήταν η τελευταία απόπειρα κωδικοποίησης ενός ολοκληρωμένου νομοθετικού πλαισίου. Από εκεί και έπειτα, η νομοθετική δραστηριότητα των αυτοκρατόρων περιορίζεται σε διατάγματα για επιμέρους ζητήματα και στην έκδοση επιτομών.Το εκκλησιαστικό δίκαιο γνώρισε ανάπτυξη από την εποχή των Κομνηνών και το 1175 εξεδόθη η Εξήγησις Κανόνων από τον πατριάρχη Αντιοχείας Βαλσαμώνα, η μεγαλύτερη εργασία εκκλησιαστικού δικαίου.

Οι υπάλληλοι του κράτους έπρεπε να γνωρίζουν τους νόμους και υπήρχαν νομικές σχολές, στις οποίες διδάσκονταν οι αρχές της επιστήμης, σχολές που ίδρυσε και ενίσχυσε ο Ιουστινιανός και αναμόρφωσαν ο Καίσαρας Βάρδας τον 9ο αι. και ο Κωνσταντίνος Μονομάχος το 1045.
Ο αυτοκράτορας στην διοίκηση του κράτους είχε όλες τις αρμοδιότητες και όλες οι αποφάσεις ήταν δικές του. Ο χρόνος του όμως ήταν λίγος και δεν μπορούσε να είναι πανταχού παρών, για αυτό είχε βοηθούς και συμβουλάτορες.  Στις κυριότερες αποφάσεις του συμβουλευόταν ένα μικρό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου προέρχονταν από την Σύγκλητο. Οι τίτλοι και τα αξιώματα άλλαζαν ανάλογα με τις εποχές και σε μερικές περιόδους μπορούσαν να αγοραστούν , συνήθεια που κατάργησε ο Ιουστινιανός γιατί βοηθούσε στην ανάπτυξη της διαφθοράς. Στο αυτοκρατορικό παλάτι υπήρχαν διάφοροι τίτλοι, οι οποίοι ήταν περισσότερο τιμητικοί και δεν συνεπάγονταν κάποια πραγματική εξουσία.  Οι διάδοχοι, οι οποίοι στέφονταν όσο ζούσε ο βασιλιάς ονομάζονταν Καίσαρες και τον τίτλο αυτό είχαν και άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας, αλλά στην περίπτωση αυτή ήταν καθαρά τιμητικός. Την εποχή των Κομνηνών ο τίτλος αυτός ξέπεσε και αντικαταστάθηκε από διάφορους άλλους, όπως τον τίτλο του σεβαστοκράτορα και την εποχή των Παλαιολόγων τον τίτλο του Δεσπότη, που σήμαινε και τον άρχοντα κάποιας περιοχής.

Ο Αλέξιος ο Κομνηνός ονόμασε τα μέλη της οικογένειας του σεβαστό, πρωτοσεβαστό και πανυπερσεβαστό, ενώ οι πεθεροί του λέγονταν βασιλεοπάτορες. Η πρώτη κυρία των τιμών, μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, ονομάζονταν Κυρία Ζωστή. Όλοι αυτοί οι αξιωματούχοι, είχαν το δικαίωμα να τρώνε μαζί με τον βασιλιά στο αυτοκρατορικό τραπέζι. Τέλος, μια άλλη επωνυμία που είχε τεράστιο κύρος ήταν ο Πορφυρογέννητος, που δινόταν στα παιδιά του αυτοκράτορα που γεννιούνταν στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο οποίο γεννούσε η αυτοκράτειρα.Οι Πορφυρογέννητοι θεωρούνταν σχεδόν ιερά πρόσωπα και ο λαός τους λάτρευε.
Ο μεγαλύτερος τίτλος που μπορούσε να αποκτήσει κανείς ήταν ο Πατρίκιος, τίτλος που δημιούργησε ο Μέγας Κωνσταντίνος για λίγους αξιωματούχους. Με τον καιρό αυτοί πλήθυναν και έτσι τον 10οαι. δημιουργήθηκε ο τίτλος του Μάγιστρου, και λίγο αργότερα του Πρόεδρου.Οι τίτλοι αυτοί εξαφανίστηκαν με τον καιρό.Οι επαρχίες είχαν διαιρεθεί τον 4ο αι. σε τέσσερις μεγάλες περιοχές, κάθε μια από τις οποίες διοικούσαν οι Ύπαρχοι., ένα είδος αντιβασιλιά με οικονομική, δικαστική και διοικητική εξουσία.Την Κωνσταντινούπολη την διοικούσε ο Έπαρχος της πόλης, που έδινε αναφορά στον Ύπαρχο της πόλης

.Ο ανώτατος λειτουργός της δικαιοσύνης ήταν ο Κοιαίστωρ του Ιερού Παλατίου και οι ανώτατοι οικονομικοί αξιωματούχοι ήταν ο Κόμης των Θείων Θησαυρών, που διαχειρίζονταν τα οικονομικά του δημοσίου και ο Κόμης της Ιδικής Κτήσεως, που διαχειριζόταν τα οικονομικά του αυτοκράτορα. Ο σπουδαιότερος λειτουργός του Παλατίου όμως ήταν  ο Μάγιστρος των Οφφικίων, που ήταν επικεφαλής όλων των πολιτικών υπηρεσιών. Ήταν τελετάρχης, διευθυντής του ταχυδρομείου και των μυστικών υπηρεσιών και οι αρμοδιότητες του συμπεριλάμβαναν και τις υποδοχές των ξένων αντιπροσωπειών.Στις διαταγές του είχε ένα αριθμό γραμματέων τους οποίους και κατεύθυνε στις εργασίες τους.Τον 6ο και 7ο αι. έγιναν διάφορες μεταρρυθμίσεις στο σύστημα διακυβέρνησης του κράτους, η σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η εισαγωγή των θεμάτων.Η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε ένα αριθμό επαρχιών, τα θέματα, τα οποία διοικούνταν από έναν αξιωματούχο, που είχε τόσο τις πολιτικές όσο και τις στρατιωτικές εξουσίες.Ο αρχηγός όλων αυτών των διοικητών ήταν ο Στρατιωτικός Μάγιστρος της Ανατολής. Ο στρατός κάθε θέματος διαιρείτο σε τρεις τούρμες και κάθε τούρμα σε τρεις μοίρες ή δρούγγες. Ο στρατηγός είχε πολλούς υπαλλήλους που τον βοηθούσαν στα πολιτικά του και στρατιωτικά του καθήκοντα, εξασκούσε πλήρη και απόλυτη εξουσία στο τόπο δικαιοδοσίας του , όμως ο διορισμός και η απόλυση του ήταν υπόθεση του αυτοκράτορα.Την μεταγενέστερη εποχή του Βυζαντίου οι υπάλληλοι του κράτους διαιρούνταν σε Κριτές και σεκρετικούς.

Ο  σπουδαιότερος  Κριτής ήταν ο Έπαρχος της Πόλης,που ήταν ο αντιβασιλιάς όταν απουσίαζε ο αυτοκράτορας,επέβλεπε να τηρούνται οι εμπορικοί κανόνες και άκουγε τα παράπονα των συντεχνιών της πρωτεύουσας,και ήταν ο επικεφαλής στην απονομή της δικαιοσύνης και την λειτουργία των φυλακών.Τον βοηθούσε ο Κοιαίστωρ, που είχε κάποια νομοθετική εξουσία, επέβλεπε την διαχείριση της περιουσίας ανηλίκων, εκτελούσε τις διαθήκες και ήταν επικεφαλής ενός εφετείου.Οι δύο αυτοί Κριτές είχαν στις διαταγές τους πολλούς υπαλλήλους. Τρίτος στην τάξη Κριτής ήταν ο επί των δεήσεων, που η εργασία του αφορούσε τις αιτήσεις προς τον αυτοκράτορα.Οι άλλοι υπάλληλοι, οι Σεκρετικοί, ήταν κυρίως οικονομικοί υπάλληλοι.Τα θησαυροφυλάκια ήταν πια 7, και αργότερα έγιναν και άλλες υποδιαιρέσεις και τη διαχείριση των οικονομικών είχαν διάφορα γραφεία, με επικεφαλής τον σακελλάριο. Μετά τον σακελλάριο υπήρχαν οι 4 λογοθέτες, του δρόμου, που σαν αρμοδιότητες είχε την επίβλεψη του ταχυδρομείου, τις εξωτερικές υποθέσεις και που συντόνιζε το κυβερνητικό έργο, του γενικού, που ήταν αρμόδιος για την είσπραξη των φόρων, του στρατιωτικού που μισθοδοτούσε τον στρατό, και των αγελών, που διαχειριζόταν τα κτήματα του βασιλιά. Άλλοι οικονομικοί υπάλληλοι ήταν οι Επόπτες, που εισέπραταν τους φότους στις επαρχιες, οι υπάλληλοι που επέβλεπαν τα κρατικά εργαστάσια,τα υδραγωγεία, οι τελωνειακοί υπάλληλοι,και οι γραμματείς που διαχειρίζονταν την κρατική φιλανθρωπία.
Η άλωση της Πόλης το 1204 κατάστρεψε τον κρατικό μηχανισμό.

Την εποχή των Παλαιολόγων προσπάθησαν να αναδιοργανώσουν την διοίκηση, αλλά η γενική φτώχεια είχε επίπτωση και στην οργάνωση του κράτους.Πολλά από τα αξιώματα έμειναν κενοί τίτλοι και ακόμα κι όταν αναφέρονται στις πηγές δεν εξασκούν πραγματική εξουσία.Ο επικεφαλής της διοίκησης την εποχή αυτή ήταν ο μέγας Λογοθέτης,που τον βοηθούσαν ο υπουργός των στρατιωτικών, ο μέγας δομέστικος και ο αρχηγός του στόλου, που λεγόταν μέγας Δουξ.Αλλά και ο πατριάρχης, μέσα στην γενική έλλειψη ασκούσε διοικητικά καθήκοντα.
Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ότι η μόρφωση ήταν ένα σημαντικό πράγμα στην ζωή.Η απαιδευσία ήταν σχεδόν έγκλημα και σε κάθε περίπτωση γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας.Τα παιδιά διδάσκονταν γραμματική πριν από όλα, που εκτός από τη γνώση της γλώσσας σήμαινε και την γνώση των κλασικών συγγραφέων, ιδιαίτερα του Ομήρου.Στη συνέχεια , γύρω στα 14 του χρόνια, ο μαθητής διδασκόταν την ρητορική, ύστερα τη φιλοσοφία και στο τέλος αριθμητική,γεωμετρία,μουσική και αστρονομία.

Μπορούσε να διδαχθεί επίσης ιατρική, νομικά και φυσική. Παράλληλα με την μόρφωση αυτή, το παιδί μάθαινε και θρησκευτικά.Το κείμενο αυτής της χωριστής μόρφωσης ήταν η Βίβλος. Οι δάσκαλοι ήταν οικοδιδάσκαλοι ή ανήκαν σε σχολές και πανεπιστήμια. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε ένα Πανεπιστήμιο, που τον 7ο αι. λόγω έλλειψης πόρων έκλεισε.Η Εκκλησία είχε την εποχή αυτή την εκπαίδευση στα χέρια της. Ο θείος όμως του Μιχαήλ Γ’, ο Καίσαρ Βάρδας ίδρυσε ένα νέο πανεπιστήμιο στην Μαγναύρα, στο οποίο διδάσκονταν όλες οι επιστήμες χωρίς προκαταλήψεις.Οι θρησκευτικές αρχές εξέφραζαν την αντίθεση τους,αλλά η παιδεία εξαπλωνόταν συνεχώς.Όμως τελικά και το πανεπιστήμιο του Βάρδα έκλεισε και όσοι ήθελαν να μορφωθούν ήταν αναγκασμένοι να παίρνουν στο σπίτι τους οικοδιδάσκαλους. Ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος, βλέποντας την τραγική κατάσταση της νομικής επιστήμης, ίδρυσε μια σχολή στην οποία διδάσκονταν νομικά , αλλά και φιλολογία, θεολογία και οι κλασικοί.

Όλες αυτές οι σχολές υπάγονταν στον αυτοκράτορα, που διόριζε, πλήρωνε αλλά και απέλυε τους καθηγητές.Βιβλιοθήκες όμως δεν υπήρχαν,τα μοναστήρια είχαν κάποιες που ήταν όμως υποτυπώδεις και αποτελούνταν κυρίως από θεολογικά βιβλία.Υπήρχαν επίσης γραφείς που αντέγραφαν και βιβλία, αλλά η τιμή τους γενικά ήταν υψηλή και έτσι τα λαϊκά στρώματα δεν είχαν εύκολη πρόσβαση.Η λαμπρότερη εποχή της εκπαίδευσης στο Βυζάντιο, σε αντίθεση με τη γενική παρακμή, ήταν η εποχή των Παλαιολόγων.Τότε γεννήθηκαν οι σημαντικότερες μορφές στα γράμματα,αν και δεν ξέρουμε αν υπήρχαν σχολές κάποιας σημασίας.